Ὀδυσσεύς
Κύκλωψ
,
ἄκουσον
·
ὡς
ἐγὼ
τοῦ
Βακχίου
τούτου
τρίβων
εἴμ’
,
ὃν
πιεῖν
ἔδωκά
σοι
.
520
Κύκλωψ
,
ἄκουσον
·
ὡς
ἐγὼ
τοῦ
Βακχίου
τούτου
τρίβων
εἴμ’
,
ὃν
πιεῖν
ἔδωκά
σοι
.
520
Κύκλωψ
ὁ
Βάκχιος
δὲ
τίς
θεὸς
νομίζεται
;
ὁ
Βάκχιος
δὲ
τίς
θεὸς
νομίζεται
;
Ὀδυσσεύς
μέγιστος
ἀνθρώποισιν
ἐς
τέρψιν
βίου
.
μέγιστος
ἀνθρώποισιν
ἐς
τέρψιν
βίου
.
Κύκλωψ
ἐρυγγάνω
γοῦν
αὐτὸν
ἡδέως
ἐγώ
.
ἐρυγγάνω
γοῦν
αὐτὸν
ἡδέως
ἐγώ
.
Ὀδυσσεύς
τοιόσδ’
ὁ
δαίμων
·
οὐδένα
βλάπτει
βροτῶν
.
τοιόσδ’
ὁ
δαίμων
·
οὐδένα
βλάπτει
βροτῶν
.
Κύκλωψ
θεὸς
δ’
ἐν
ἀσκῷ
πῶς
γέγηθ’
οἴκους
ἔχων
;
525
θεὸς
δ’
ἐν
ἀσκῷ
πῶς
γέγηθ’
οἴκους
ἔχων
;
525
Ὀδυσσεύς
ὅπου
τιθῇ
τις
,
ἐνθάδ’
ἐστὶν
εὐπετής
.
ὅπου
τιθῇ
τις
,
ἐνθάδ’
ἐστὶν
εὐπετής
.
Κύκλωψ
οὐ
τοὺς
θεοὺς
χρὴ
σῶμ’
ἔχειν
ἐν
δέρμασιν
.
οὐ
τοὺς
θεοὺς
χρὴ
σῶμ’
ἔχειν
ἐν
δέρμασιν
.
Ὀδυσσεύς
τί
δ’
,
εἴ
σε
τέρπει
γ’
;
ἢ
τὸ
δέρμα
σοι
πικρόν
;
τί
δ’
,
εἴ
σε
τέρπει
γ’
;
ἢ
τὸ
δέρμα
σοι
πικρόν
;
Κύκλωψ
μισῶ
τὸν
ἀσκόν
·
τὸ
δὲ
ποτὸν
φιλῶ
τόδε
.
μισῶ
τὸν
ἀσκόν
·
τὸ
δὲ
ποτὸν
φιλῶ
τόδε
.
Ὀδυσσεύς
μένων
νυν
αὐτοῦ
πῖνε
κεὐθύμει
,
Κύκλωψ
.
530
μένων
νυν
αὐτοῦ
πῖνε
κεὐθύμει
,
Κύκλωψ
.
530
Κύκλωψ
οὐ
χρή
μ’
ἀδελφοῖς
τοῦδε
προσδοῦναι
ποτοῦ
;
οὐ
χρή
μ’
ἀδελφοῖς
τοῦδε
προσδοῦναι
ποτοῦ
;
Ὀδυσσεύς
ἔχων
γὰρ
αὐτὸς
τιμιώτερος
φανῇ
.
ἔχων
γὰρ
αὐτὸς
τιμιώτερος
φανῇ
.
Κύκλωψ
διδοὺς
δὲ
τοῖς
φίλοισι
χρησιμώτερος
.
διδοὺς
δὲ
τοῖς
φίλοισι
χρησιμώτερος
.
Ὀδυσσεύς
πυγμὰς
ὁ
κῶμος
λοίδορόν
τ’
ἔριν
φιλεῖ
.
πυγμὰς
ὁ
κῶμος
λοίδορόν
τ’
ἔριν
φιλεῖ
.
Κύκλωψ
μεθύω
μέν
,
ἔμπας
δ’
οὔτις
ἂν
ψαύσειέ
μου
.
535
μεθύω
μέν
,
ἔμπας
δ’
οὔτις
ἂν
ψαύσειέ
μου
.
535
Ὀδυσσεύς
ὦ
τᾶν
,
πεπωκότ’
ἐν
δόμοισι
χρὴ
μένειν
.
ὦ
τᾶν
,
πεπωκότ’
ἐν
δόμοισι
χρὴ
μένειν
.
Κύκλωψ
ἠλίθιος
ὅστις
μὴ
πιὼν
κῶμον
φιλεῖ
.
ἠλίθιος
ὅστις
μὴ
πιὼν
κῶμον
φιλεῖ
.
Ὀδυσσεύς
ὃς
δ’
ἂν
μεθυσθείς
γ’
ἐν
δόμοις
μείνῃ
,
σοφός
.
ὃς
δ’
ἂν
μεθυσθείς
γ’
ἐν
δόμοις
μείνῃ
,
σοφός
.
Κύκλωψ
τί
δρῶμεν
,
ὦ
Σιληνέ
;
σοὶ
μένειν
δοκεῖ
;
τί
δρῶμεν
,
ὦ
Σιληνέ
;
σοὶ
μένειν
δοκεῖ
;
Σιληνός
δοκεῖ
.
τί
γὰρ
δεῖ
συμποτῶν
ἄλλων
,
Κύκλωψ
;
540
δοκεῖ
.
τί
γὰρ
δεῖ
συμποτῶν
ἄλλων
,
Κύκλωψ
;
540
Κύκλωψ
καὶ
μὴν
λαχνῶδές
τ’
οὖδας
ἀνθηρᾶς
χλόης
.
.
.
.
καὶ
μὴν
λαχνῶδές
τ’
οὖδας
ἀνθηρᾶς
χλόης
.
.
.
.
Σιληνός
καὶ
πρός
γε
θάλπος
ἡλίου
πίνειν
καλόν
.
κλίθητί
νύν
μοι
πλευρὰ
θεὶς
ἐπὶ
χθονός
.
καὶ
πρός
γε
θάλπος
ἡλίου
πίνειν
καλόν
.
κλίθητί
νύν
μοι
πλευρὰ
θεὶς
ἐπὶ
χθονός
.
Κύκλωψ
ἰδού
.
τί
δῆτα
τὸν
κρατῆρ
’
ὄπισθέ
μου
τίθης
;
545
ἰδού
.
τί
δῆτα
τὸν
κρατῆρ
’
ὄπισθέ
μου
τίθης
;
545
Σιληνός
ὡς
μὴ
παριών
τις
καταβάλῃ
.
ὡς
μὴ
παριών
τις
καταβάλῃ
.
Κύκλωψ
πίνειν
μὲν
οὖν
κλέπτων
σὺ
βούλῃ
·
κάτθες
αὐτὸν
ἐς
μέσον
.
σὺ
δ’
,
ὦ
ξέν’
,
εἰπὲ
τοὔνομ’
ὅ
τι
σε
χρὴ
καλεῖν
.
πίνειν
μὲν
οὖν
κλέπτων
σὺ
βούλῃ
·
κάτθες
αὐτὸν
ἐς
μέσον
.
σὺ
δ’
,
ὦ
ξέν’
,
εἰπὲ
τοὔνομ’
ὅ
τι
σε
χρὴ
καλεῖν
.
Ὀδυσσεύς
Οὖτιν
·
χάριν
δὲ
τίνα
λαβών
σ’
ἐπαινέσω
;
Οὖτιν
·
χάριν
δὲ
τίνα
λαβών
σ’
ἐπαινέσω
;
Κύκλωψ
πάντων
σ’
ἑταίρων
ὕστερον
θοινάσομαι
.
550
πάντων
σ’
ἑταίρων
ὕστερον
θοινάσομαι
.
550
Σιληνός
καλόν
γε
τὸ
γέρας
τῷ
ξένῳ
δίδως
,
Κύκλωψ
.
καλόν
γε
τὸ
γέρας
τῷ
ξένῳ
δίδως
,
Κύκλωψ
.
Κύκλωψ
οὗτος
,
τί
δρᾷς
;
τὸν
οἶνον
ἐκπίνεις
λάθρᾳ
;
οὗτος
,
τί
δρᾷς
;
τὸν
οἶνον
ἐκπίνεις
λάθρᾳ
;
Σιληνός
οὔκ
,
ἀλλ’
ἔμ’
οὗτος
ἔκυσεν
,
ὅτι
καλὸν
βλέπω
.
οὔκ
,
ἀλλ’
ἔμ’
οὗτος
ἔκυσεν
,
ὅτι
καλὸν
βλέπω
.
Κύκλωψ
κλαύσῃ
,
φιλῶν
τὸν
οἶνον
οὐ
φιλοῦντά
σε
.
κλαύσῃ
,
φιλῶν
τὸν
οἶνον
οὐ
φιλοῦντά
σε
.
Σιληνός
ναὶ
μὰ
Δί’
,
ἐπεί
μού
φησ’
ἐρᾶν
ὄντος
καλοῦ
.
555
ναὶ
μὰ
Δί’
,
ἐπεί
μού
φησ’
ἐρᾶν
ὄντος
καλοῦ
.
555
Κύκλωψ
ἔγχει
,
πλέων
δὲ
τὸν
σκύφον
.
δίδου
μόνον
.
ἔγχει
,
πλέων
δὲ
τὸν
σκύφον
.
δίδου
μόνον
.
Σιληνός
πῶς
οὖν
κέκραται
;
φέρε
διασκεψώμεθα
.
πῶς
οὖν
κέκραται
;
φέρε
διασκεψώμεθα
.
Κύκλωψ
ἀπολεῖς
·
δὸς
οὕτως
.
ἀπολεῖς
·
δὸς
οὕτως
.
Σιληνός
ναὶ
μὰ
Δί’
οὐ
πρὶν
ἄν
γέ
σε
στέφανον
ἴδω
λαβόντα
γεύσωμαί
τ’
ἔτι
.
.
.
ναὶ
μὰ
Δί’
οὐ
πρὶν
ἄν
γέ
σε
στέφανον
ἴδω
λαβόντα
γεύσωμαί
τ’
ἔτι
.
.
.
Κύκλωψ
ὦ
οἰνοχόος
ἄδικος
.
560
ὦ
οἰνοχόος
ἄδικος
.
560
Σιληνός
οὐ
μὰ
Δί’
,
ἀλλ’
ὦ
οἶνος
γλυκύς
.
ἀπομυκτέον
δέ
σοί
ἐστιν
ὡς
λήψῃ
πιεῖν
.
οὐ
μὰ
Δί’
,
ἀλλ’
ὦ
οἶνος
γλυκύς
.
ἀπομυκτέον
δέ
σοί
ἐστιν
ὡς
λήψῃ
πιεῖν
.
Κύκλωψ
ἰδού
,
καθαρὸν
τὸ
χεῖλος
αἱ
τρίχες
τέ
μου
.
ἰδού
,
καθαρὸν
τὸ
χεῖλος
αἱ
τρίχες
τέ
μου
.
Σιληνός
θές
νυν
τὸν
ἀγκῶν’
εὐρύθμως
,
κᾆτ’
ἔκπιε
,
ὥσπερ
μ’
ὁρᾷς
πίνοντα
—χὥσπερ
οὐκ
ἐμέ
.
θές
νυν
τὸν
ἀγκῶν’
εὐρύθμως
,
κᾆτ’
ἔκπιε
,
ὥσπερ
μ’
ὁρᾷς
πίνοντα
—χὥσπερ
οὐκ
ἐμέ
.
Κύκλωψ
ἆ
ἆ
,
τί
δράσεις
;
565
ἆ
ἆ
,
τί
δράσεις
;
565
Σιληνός
ἡδέως
ἠμύστισα
.
ἡδέως
ἠμύστισα
.
Κύκλωψ
λάβ’
,
ὦ
ξέν’
,
αὐτὸς
οἰνοχόος
τέ
μοι
γενοῦ
.
λάβ’
,
ὦ
ξέν’
,
αὐτὸς
οἰνοχόος
τέ
μοι
γενοῦ
.
Ὀδυσσεύς
γιγνώσκεται
γοῦν
ἡ
ἄμπελος
τἠμῇ
χερί
.
γιγνώσκεται
γοῦν
ἡ
ἄμπελος
τἠμῇ
χερί
.
Κύκλωψ
φέρ’
ἔγχεόν
νυν
.
φέρ’
ἔγχεόν
νυν
.
Ὀδυσσεύς
ἐγχέω
,
σίγα
μόνον
.
ἐγχέω
,
σίγα
μόνον
.
Κύκλωψ
χαλεπὸν
τόδ’
εἶπας
,
ὅστις
ἂν
πίνῃ
πολύν
.
χαλεπὸν
τόδ’
εἶπας
,
ὅστις
ἂν
πίνῃ
πολύν
.
Ὀδυσσεύς
ἰδοὺ
λαβὼν
ἔκπιθι
καὶ
μηδὲν
λίπῃς
.
570
συνεκθανεῖν
δὲ
σπῶντα
χρὴ
τῷ
πώματι
.
ἰδοὺ
λαβὼν
ἔκπιθι
καὶ
μηδὲν
λίπῃς
.
570
συνεκθανεῖν
δὲ
σπῶντα
χρὴ
τῷ
πώματι
.
Κύκλωψ
παπαῖ
,
σοφόν
γε
τὸ
ξύλον
τῆς
ἀμπέλου
.
παπαῖ
,
σοφόν
γε
τὸ
ξύλον
τῆς
ἀμπέλου
.
Ὀδυσσεύς
κἂν
μὲν
σπάσῃς
γε
δαιτὶ
πρὸς
πολλῇ
πολύν
,
τέγξας
ἄδιψον
νηδύν
,
εἰς
ὕπνον
βαλεῖ
,
ἢν
δ’
ἐλλίπῃς
τι
,
ξηρανεῖ
σ’
ὁ
Βάκχιος
.
575
κἂν
μὲν
σπάσῃς
γε
δαιτὶ
πρὸς
πολλῇ
πολύν
,
τέγξας
ἄδιψον
νηδύν
,
εἰς
ὕπνον
βαλεῖ
,
ἢν
δ’
ἐλλίπῃς
τι
,
ξηρανεῖ
σ’
ὁ
Βάκχιος
.
575
Κύκλωψ
ἰοὺ
ἰού
,
ὡς
ἐξένευσα
μόγις
·
ἄκρατος
ἡ
χάρις
.
ὁ
δ’
οὐρανός
μοι
συμμεμιγμένος
δοκεῖ
τῇ
γῇ
φέρεσθαι
,
τοῦ
Διός
τε
τὸν
θρόνον
λεύσσω
,
τὸ
πᾶν
τε
δαιμόνων
ἁγνὸν
σέβας
.
580
—οὐκ
ἂν
φιλήσαιμ’
·
—αἱ
Χάριτες
πειρῶσί
με
.—
ἅλις
Γανυμήδην
τόνδ’
ἔχων
ἀναπαύσομαι
.
κάλλιστα
,
νὴ
τὰς
Χάριτας
.
—ἥδομαι
δέ
πως
τοῖς
παιδικοῖσι
μᾶλλον
ἢ
τοῖς
θήλεσιν
.
ἰοὺ
ἰού
,
ὡς
ἐξένευσα
μόγις
·
ἄκρατος
ἡ
χάρις
.
ὁ
δ’
οὐρανός
μοι
συμμεμιγμένος
δοκεῖ
τῇ
γῇ
φέρεσθαι
,
τοῦ
Διός
τε
τὸν
θρόνον
λεύσσω
,
τὸ
πᾶν
τε
δαιμόνων
ἁγνὸν
σέβας
.
580
—οὐκ
ἂν
φιλήσαιμ’
·
—αἱ
Χάριτες
πειρῶσί
με
.—
ἅλις
Γανυμήδην
τόνδ’
ἔχων
ἀναπαύσομαι
.
κάλλιστα
,
νὴ
τὰς
Χάριτας
.
—ἥδομαι
δέ
πως
τοῖς
παιδικοῖσι
μᾶλλον
ἢ
τοῖς
θήλεσιν
.
Σιληνός
ἐγὼ
γὰρ
ὁ
Διός
εἰμι
Γανυμήδης
,
Κύκλωψ
;
585
ἐγὼ
γὰρ
ὁ
Διός
εἰμι
Γανυμήδης
,
Κύκλωψ
;
585
Κύκλωψ
ναὶ
μὰ
Δί’
,
ὃν
ἁρπάζω
γ’
ἐγὼ
’κ
τοῦ
Δαρδάνου
.
ναὶ
μὰ
Δί’
,
ὃν
ἁρπάζω
γ’
ἐγὼ
’κ
τοῦ
Δαρδάνου
.
Σιληνός
ἀπόλωλα
,
παῖδες
·
σχέτλια
πείσομαι
κακά
.
ἀπόλωλα
,
παῖδες
·
σχέτλια
πείσομαι
κακά
.
Κύκλωψ
μέμφῃ
τὸν
ἐραστὴν
κἀντρυφᾷς
πεπωκότι
;
μέμφῃ
τὸν
ἐραστὴν
κἀντρυφᾷς
πεπωκότι
;
Σιληνός
οἴμοι
·
πικρότατον
οἶνον
ὄψομαι
τάχα
.
οἴμοι
·
πικρότατον
οἶνον
ὄψομαι
τάχα
.
Ὀδυσσεύς
ἄγε
δή
,
Διονύσου
παῖδες
,
εὐγενῆ
τέκνα
,
590
ἔνδον
μὲν
ἁνήρ
·
τῷ
δ’
ὕπνῳ
παρειμένος
τάχ’
ἐξ
ἀναιδοῦς
φάρυγος
ὠθήσει
κρέα
.
δαλὸς
δ’
ἔσωθεν
αὐλίων
ὠθεῖ
καπνὸν
παρευτρέπισται
·
κοὐδὲν
ἄλλο
πλὴν
πυροῦν
Κύκλωπος
ὄψιν
·
ἀλλ’
ὅπως
ἀνὴρ
ἔσῃ
.
595
ἄγε
δή
,
Διονύσου
παῖδες
,
εὐγενῆ
τέκνα
,
590
ἔνδον
μὲν
ἁνήρ
·
τῷ
δ’
ὕπνῳ
παρειμένος
τάχ’
ἐξ
ἀναιδοῦς
φάρυγος
ὠθήσει
κρέα
.
δαλὸς
δ’
ἔσωθεν
αὐλίων
ὠθεῖ
καπνὸν
παρευτρέπισται
·
κοὐδὲν
ἄλλο
πλὴν
πυροῦν
Κύκλωπος
ὄψιν
·
ἀλλ’
ὅπως
ἀνὴρ
ἔσῃ
.
595
Χορός
πέτρας
τὸ
λῆμα
κἀδάμαντος
ἕξομεν
.
χώρει
δ’
ἐς
οἴκους
,
πρίν
τι
τὸν
πατέρα
παθεῖν
ἀπάλαμνον
·
ὥς
σοι
τἀνθάδ’
ἐστὶν
εὐτρεπῆ
.
πέτρας
τὸ
λῆμα
κἀδάμαντος
ἕξομεν
.
χώρει
δ’
ἐς
οἴκους
,
πρίν
τι
τὸν
πατέρα
παθεῖν
ἀπάλαμνον
·
ὥς
σοι
τἀνθάδ’
ἐστὶν
εὐτρεπῆ
.
Ὀδυσσεύς
Ἥφαιστ’
,
ἄναξ
Αἰτναῖε
,
γείτονος
κακοῦ
λαμπρὸν
πυρώσας
ὄμμ’
ἀπαλλάχθηθ’
ἅπαξ
,
600
σύ
τ’
,
ὦ
μελαίνης
Νυκτὸς
ἐκπαίδευμ’
,
Ὕπνε
,
ἄκρατος
ἐλθὲ
θηρὶ
τῷ
θεοστυγεῖ
,
καὶ
μὴ
’πὶ
καλλίστοισι
Τρωικοῖς
πόνοις
αὐτόν
τε
ναύ
τα
ς
τ’
ἀπολέσητ’
Ὀδυσσέα
ὑπ’
ἀνδρός
,
ᾧ
θεῶν
οὐδὲν
ἢ
βροτῶν
μέλει
.
605
ἢ
τὴν
τύχην
μὲν
δαίμον’
ἡγεῖσθαι
χρεών
,
τὰ
δαιμόνων
δὲ
τῆς
τύχης
ἐλάσσονα
.
Ἥφαιστ’
,
ἄναξ
Αἰτναῖε
,
γείτονος
κακοῦ
λαμπρὸν
πυρώσας
ὄμμ’
ἀπαλλάχθηθ’
ἅπαξ
,
600
σύ
τ’
,
ὦ
μελαίνης
Νυκτὸς
ἐκπαίδευμ’
,
Ὕπνε
,
ἄκρατος
ἐλθὲ
θηρὶ
τῷ
θεοστυγεῖ
,
καὶ
μὴ
’πὶ
καλλίστοισι
Τρωικοῖς
πόνοις
αὐτόν
τε
ναύ
τα
ς
τ’
ἀπολέσητ’
Ὀδυσσέα
ὑπ’
ἀνδρός
,
ᾧ
θεῶν
οὐδὲν
ἢ
βροτῶν
μέλει
.
605
ἢ
τὴν
τύχην
μὲν
δαίμον’
ἡγεῖσθαι
χρεών
,
τὰ
δαιμόνων
δὲ
τῆς
τύχης
ἐλάσσονα
.
Χορός
λήψεται
τὸν
τράχηλον
ἐντόνως
ὁ
καρκίνος
τοῦ
ξενοδαιτυμόνος
·
πυρὶ
γὰρ
τάχα
610
φωσφόρους
ὀλεῖ
κόρας
.
ἤδη
δαλὸς
ἠνθρακωμένος
κρύπτεται
ἐς
σποδιάν
,
δρυὸς
ἄσπετον
615
ἔρνος
·
ἀλλ’
ἴτω
Μάρων
·
πρασσέτω
·
μαινομένου
’ξελέτω
βλέφαρον
Κύ-
κλωπος
,
ὡς
πίῃ
κακῶς
.
κἀγὼ
τὸν
φιλοκισσοφόρον
Βρόμιον
πο-
620
θεινὸν
εἰσιδεῖν
θέλω
,
Κύκλω-
πος
λιπὼν
ἐρημίαν
·
ἆρ’
ἐς
τοσόνδ’
ἀφίξομαι
;
λήψεται
τὸν
τράχηλον
ἐντόνως
ὁ
καρκίνος
τοῦ
ξενοδαιτυμόνος
·
πυρὶ
γὰρ
τάχα
610
φωσφόρους
ὀλεῖ
κόρας
.
ἤδη
δαλὸς
ἠνθρακωμένος
κρύπτεται
ἐς
σποδιάν
,
δρυὸς
ἄσπετον
615
ἔρνος
·
ἀλλ’
ἴτω
Μάρων
·
πρασσέτω
·
μαινομένου
’ξελέτω
βλέφαρον
Κύ-
κλωπος
,
ὡς
πίῃ
κακῶς
.
κἀγὼ
τὸν
φιλοκισσοφόρον
Βρόμιον
πο-
620
θεινὸν
εἰσιδεῖν
θέλω
,
Κύκλω-
πος
λιπὼν
ἐρημίαν
·
ἆρ’
ἐς
τοσόνδ’
ἀφίξομαι
;
Ὀδυσσεύς
σιγᾶτε
πρὸς
θεῶν
,
θῆρες
,
ἡσυχάζετε
,
συνθέντες
ἄρθρα
στόματος
·
οὐδὲ
πνεῖν
ἐῶ
,
625
οὐ
σκαρδαμύσσειν
οὐδὲ
χρέμπτεσθαί
τινα
,
ὡς
μὴ
’ξεγερθῇ
τὸ
κακόν
,
ἔστ’
ἂν
ὄμματος
ὄψις
Κύκλωπος
ἐξαμιλληθῇ
πυρί
.
σιγᾶτε
πρὸς
θεῶν
,
θῆρες
,
ἡσυχάζετε
,
συνθέντες
ἄρθρα
στόματος
·
οὐδὲ
πνεῖν
ἐῶ
,
625
οὐ
σκαρδαμύσσειν
οὐδὲ
χρέμπτεσθαί
τινα
,
ὡς
μὴ
’ξεγερθῇ
τὸ
κακόν
,
ἔστ’
ἂν
ὄμματος
ὄψις
Κύκλωπος
ἐξαμιλληθῇ
πυρί
.
Χορός
σιγῶμεν
ἐγκάψαντες
αἰθέρα
γνάθοις
.
σιγῶμεν
ἐγκάψαντες
αἰθέρα
γνάθοις
.
Ὀδυσσεύς
ἄγε
νυν
ὅπως
ἅψεσθε
τοῦ
δαλοῦ
χεροῖν
630
ἔσω
μολόντες
·
διάπυρος
δ’
ἐστὶν
καλῶς
.
ἄγε
νυν
ὅπως
ἅψεσθε
τοῦ
δαλοῦ
χεροῖν
630
ἔσω
μολόντες
·
διάπυρος
δ’
ἐστὶν
καλῶς
.
Χορός
οὐκοῦν
σὺ
τάξεις
οὕστινας
πρώτους
χρεὼν
καυτὸν
μοχλὸν
λαβόντας
ἐκκάειν
τὸ
φῶς
Κύκλωπος
,
ὡς
ἂν
τῆς
τύχης
κοινώμεθα
;
οὐκοῦν
σὺ
τάξεις
οὕστινας
πρώτους
χρεὼν
καυτὸν
μοχλὸν
λαβόντας
ἐκκάειν
τὸ
φῶς
Κύκλωπος
,
ὡς
ἂν
τῆς
τύχης
κοινώμεθα
;
Χορός α
ἡμεῖς
μέν
ἐσμεν
μακροτέρω
πρὸ
τῶν
θυρῶν
635
ἑστῶτες
ὠθεῖν
ἐς
τὸν
ὀφθαλμὸν
τὸ
πῦρ
.
ἡμεῖς
μέν
ἐσμεν
μακροτέρω
πρὸ
τῶν
θυρῶν
635
ἑστῶτες
ὠθεῖν
ἐς
τὸν
ὀφθαλμὸν
τὸ
πῦρ
.
Χορός β
ἡμεῖς
δὲ
χωλοί
γ’
ἀρτίως
γεγενήμεθα
.
ἡμεῖς
δὲ
χωλοί
γ’
ἀρτίως
γεγενήμεθα
.
Χορός γ
ταὐτὸν
πεπόνθατ’
ἆρ’
ἐμοί
·
τοὺς
γὰρ
πόδας
ἑστῶτες
ἐσπάσθημεν
οὐκ
οἶδ’
ἐξ
ὅτου
.
ταὐτὸν
πεπόνθατ’
ἆρ’
ἐμοί
·
τοὺς
γὰρ
πόδας
ἑστῶτες
ἐσπάσθημεν
οὐκ
οἶδ’
ἐξ
ὅτου
.
Ὀδυσσεύς
ἑστῶτες
ἐσπάσθητε
;
640
ἑστῶτες
ἐσπάσθητε
;
640
Χορός δ
καὶ
τά
γ’
ὄμματα
μέστ’
ἐστὶν
ἡμῖν
κόνεος
ἢ
τέφρας
ποθέν
.
καὶ
τά
γ’
ὄμματα
μέστ’
ἐστὶν
ἡμῖν
κόνεος
ἢ
τέφρας
ποθέν
.
Ὀδυσσεύς
ἄνδρες
πονηροὶ
κοὐδὲν
οἵδε
σύμμαχοι
.
ἄνδρες
πονηροὶ
κοὐδὲν
οἵδε
σύμμαχοι
.
Χορός
ὁτιὴ
τὸ
νῶτον
τὴν
ῥάχιν
τ’
οἰκτίρομεν
καὶ
τοὺς
ὀδόντας
ἐκβαλεῖν
οὐ
βούλομαι
τυπτόμενος
,
αὕτη
γίγνεται
πονηρία
;
645
ἀλλ’
οἶδ’
ἐπῳδὴν
Ὀρφέως
ἀγαθὴν
πάνυ
,
ὡς
αὐτόματον
τὸν
δαλὸν
ἐς
τὸ
κρανίον
στείχονθ’
ὑφάπτειν
τὸν
μονῶπα
παῖδα
γῆς
.
ὁτιὴ
τὸ
νῶτον
τὴν
ῥάχιν
τ’
οἰκτίρομεν
καὶ
τοὺς
ὀδόντας
ἐκβαλεῖν
οὐ
βούλομαι
τυπτόμενος
,
αὕτη
γίγνεται
πονηρία
;
645
ἀλλ’
οἶδ’
ἐπῳδὴν
Ὀρφέως
ἀγαθὴν
πάνυ
,
ὡς
αὐτόματον
τὸν
δαλὸν
ἐς
τὸ
κρανίον
στείχονθ’
ὑφάπτειν
τὸν
μονῶπα
παῖδα
γῆς
.
Ὀδυσσεύς
πάλαι
μὲν
ᾔδη
σ’
ὄντα
τοιοῦτον
φύσει
,
νῦν
δ’
οἶδ’
ἄμεινον
.
τοῖσι
δ’
οἰκείοις
φίλοις
650
χρῆσθαί
μ’
ἀνάγκη
.
χειρὶ
δ’
εἰ
μηδὲν
σθένεις
,
ἀλλ’
οὖν
ἐπεγκέλευέ
γ’
,
ὡς
εὐψυχίαν
φίλων
κελευσμοῖς
τοῖσι
σοῖς
κτησώμεθα
.
πάλαι
μὲν
ᾔδη
σ’
ὄντα
τοιοῦτον
φύσει
,
νῦν
δ’
οἶδ’
ἄμεινον
.
τοῖσι
δ’
οἰκείοις
φίλοις
650
χρῆσθαί
μ’
ἀνάγκη
.
χειρὶ
δ’
εἰ
μηδὲν
σθένεις
,
ἀλλ’
οὖν
ἐπεγκέλευέ
γ’
,
ὡς
εὐψυχίαν
φίλων
κελευσμοῖς
τοῖσι
σοῖς
κτησώμεθα
.
Χορός
δράσω
τάδ’
.
ἐν
τῷ
Καρὶ
κινδυνεύσομεν
.
κελευσμάτων
δ’
ἕκατι
τυφέσθω
Κύκλωψ
.
655
δράσω
τάδ’
.
ἐν
τῷ
Καρὶ
κινδυνεύσομεν
.
κελευσμάτων
δ’
ἕκατι
τυφέσθω
Κύκλωψ
.
655
Χορός
ἰὼ
ἰώ
·
γενναιότατ’
ὠ-
θεῖτε
σπεύδετ’
.
ἐκκαίετε
τὰν
ὀφρὺν
θηρὸς
τοῦ
ξενοδαίτα
τυφέτω
,
καιέτω
τὸν
Αἴτνας
μηλονόμον
.
660
τόρνευ’
,
ἕλκε
,
μή
σ’
ἐξοδυνηθεὶς
δράσῃ
τι
μάταιον
.
ἰὼ
ἰώ
·
γενναιότατ’
ὠ-
θεῖτε
σπεύδετ’
.
ἐκκαίετε
τὰν
ὀφρὺν
θηρὸς
τοῦ
ξενοδαίτα
τυφέτω
,
καιέτω
τὸν
Αἴτνας
μηλονόμον
.
660
τόρνευ’
,
ἕλκε
,
μή
σ’
ἐξοδυνηθεὶς
δράσῃ
τι
μάταιον
.
Κύκλωψ
ὤμοι
,
κατηνθρακώμεθ’
ὀφθαλμοῦ
σέλας
.
ὤμοι
,
κατηνθρακώμεθ’
ὀφθαλμοῦ
σέλας
.
Χορός
καλός
γ’
ὁ
παιάν
·
μέλπε
μοι
τόνδ’
,
ὦ
Κύκλωψ
.
καλός
γ’
ὁ
παιάν
·
μέλπε
μοι
τόνδ’
,
ὦ
Κύκλωψ
.
Κύκλωψ
ὤμοι
μάλ’
,
ὡς
ὑβρίσμεθ’
,
ὡς
ὀλώλαμεν
.
665
ἀλλ’
οὔτι
μὴ
φύγητε
τῆσδ’
ἔξω
πέτρας
χαίροντες
,
οὐδὲν
ὄντες
·
ἐν
πύλαισι
γὰρ
σταθεὶς
φάραγγος
τάσδ’
ἐναρμόσω
χέρας
.
ὤμοι
μάλ’
,
ὡς
ὑβρίσμεθ’
,
ὡς
ὀλώλαμεν
.
665
ἀλλ’
οὔτι
μὴ
φύγητε
τῆσδ’
ἔξω
πέτρας
χαίροντες
,
οὐδὲν
ὄντες
·
ἐν
πύλαισι
γὰρ
σταθεὶς
φάραγγος
τάσδ’
ἐναρμόσω
χέρας
.
Χορός
τί
χρῆμ’
ἀυτεῖς
,
ὦ
Κύκλωψ
;
τί
χρῆμ’
ἀυτεῖς
,
ὦ
Κύκλωψ
;
Κύκλωψ
ἀπωλόμην
.
ἀπωλόμην
.
Χορός
αἰσχρός
γε
φαίνῃ
.
670
αἰσχρός
γε
φαίνῃ
.
670
Κύκλωψ
κἀπὶ
τοῖσδέ
γ’
ἄθλιος
.
κἀπὶ
τοῖσδέ
γ’
ἄθλιος
.
Χορός
μεθύων
κατέπεσες
ἐς
μέσους
τοὺς
ἄνθρακας
;
μεθύων
κατέπεσες
ἐς
μέσους
τοὺς
ἄνθρακας
;
Κύκλωψ
Οὖτίς
μ’
ἀπώλεσ’
.
Οὖτίς
μ’
ἀπώλεσ’
.
Χορός
οὐκ
ἄρ’
οὐδεὶς
ἠδίκει
.
οὐκ
ἄρ’
οὐδεὶς
ἠδίκει
.
Κύκλωψ
Οὖτίς
με
τυφλοῖ
βλέφαρον
.
Οὖτίς
με
τυφλοῖ
βλέφαρον
.
Χορός
οὐκ
ἄρ’
εἶ
τυφλός
.
οὐκ
ἄρ’
εἶ
τυφλός
.
Κύκλωψ
ὡς
δὴ
σύ
—
ὡς
δὴ
σύ
—
Χορός
καὶ
πῶς
σ’
οὔτις
ἂν
θείη
τυφλόν
;
καὶ
πῶς
σ’
οὔτις
ἂν
θείη
τυφλόν
;
Κύκλωψ
σκώπτεις
.
ὁ
δ’
Οὖτις
ποῦ
’στιν
;
675
σκώπτεις
.
ὁ
δ’
Οὖτις
ποῦ
’στιν
;
675
Χορός
οὐδαμοῦ
,
Κύκλωψ
.
οὐδαμοῦ
,
Κύκλωψ
.
Κύκλωψ
ὁ
ξένος
,
ἵν’
ὀρθῶς
ἐκμάθῃς
,
μ’
ἀπώλεσεν
,
ὁ
μιαρός
,
ὅς
μοι
δοὺς
τὸ
πῶμα
κατέκλυσεν
.
ὁ
ξένος
,
ἵν’
ὀρθῶς
ἐκμάθῃς
,
μ’
ἀπώλεσεν
,
ὁ
μιαρός
,
ὅς
μοι
δοὺς
τὸ
πῶμα
κατέκλυσεν
.
Χορός
δεινὸς
γὰρ
οἷνος
καὶ
παλαίεσθαι
βαρύς
.
δεινὸς
γὰρ
οἷνος
καὶ
παλαίεσθαι
βαρύς
.
Κύκλωψ
πρὸς
θεῶν
,
πεφεύγασ’
ἢ
μένουσ’
ἔσω
δόμων
;
πρὸς
θεῶν
,
πεφεύγασ’
ἢ
μένουσ’
ἔσω
δόμων
;
Χορός
οὗτοι
σιωπῇ
τὴν
πέτραν
ἐπήλυγα
680
λαβόντες
ἑστήκασι
.
οὗτοι
σιωπῇ
τὴν
πέτραν
ἐπήλυγα
680
λαβόντες
ἑστήκασι
.
Κύκλωψ
ποτέρας
τῆς
χερός
;
ποτέρας
τῆς
χερός
;
Χορός
ἐν
δεξιᾷ
σου
.
ἐν
δεξιᾷ
σου
.
Κύκλωψ
ποῦ
;
ποῦ
;
Χορός
πρὸς
αὐτῇ
τῇ
πέτρᾳ
.
ἔχεις
;
πρὸς
αὐτῇ
τῇ
πέτρᾳ
.
ἔχεις
;
Κύκλωψ
κακόν
γε
πρὸς
κακῷ
·
τὸ
κρανίον
παίσας
κατέαγα
.
κακόν
γε
πρὸς
κακῷ
·
τὸ
κρανίον
παίσας
κατέαγα
.
Χορός
καί
σε
διαφεύγουσί
γε
.
καί
σε
διαφεύγουσί
γε
.
Κύκλωψ
οὐ
τῇδ’
·
ἐπεὶ
τῇδ’
εἶπας
;
685
οὐ
τῇδ’
·
ἐπεὶ
τῇδ’
εἶπας
;
685
Χορός
οὔ
·
ταύτῃ
λέγω
.
οὔ
·
ταύτῃ
λέγω
.
Κύκλωψ
πῇ
γάρ
;
πῇ
γάρ
;
Χορός
περιάγου
,
κεῖσε
,
πρὸς
τἀριστερά
.
περιάγου
,
κεῖσε
,
πρὸς
τἀριστερά
.
Κύκλωψ
οἴμοι
γελῶμαι
·
κερτομεῖτέ
μ’
ἐν
κακοῖς
.
οἴμοι
γελῶμαι
·
κερτομεῖτέ
μ’
ἐν
κακοῖς
.
Χορός
ἀλλ’
οὐκέτ’
,
ἀλλὰ
πρόσθεν
οὗτός
ἐστί
σου
.
ἀλλ’
οὐκέτ’
,
ἀλλὰ
πρόσθεν
οὗτός
ἐστί
σου
.
Κύκλωψ
ὦ
παγκάκιστε
,
ποῦ
ποτ’
εἶ
;
ὦ
παγκάκιστε
,
ποῦ
ποτ’
εἶ
;
Ὀδυσσεύς
τηλοῦ
σέθεν
φυλακαῖσι
φρουρῶ
σῶμ’
Ὀδυσσέως
τόδε
.
690
τηλοῦ
σέθεν
φυλακαῖσι
φρουρῶ
σῶμ’
Ὀδυσσέως
τόδε
.
690
Κύκλωψ
πῶς
εἶπας
;
ὄνομα
μεταβαλὼν
καινὸν
λέγεις
.
πῶς
εἶπας
;
ὄνομα
μεταβαλὼν
καινὸν
λέγεις
.
Ὀδυσσεύς
ὅπερ
γ’
ὁ
φύσας
ὠνόμαζ’
Ὀδυσσέα
.
δώσειν
δ’
ἔμελλες
ἀνοσίου
δαιτὸς
δίκας
·
κακῶς
γὰρ
ἂν
Τροίαν
γε
διεπυρωσάμην
εἰ
μή
σ’
ἑταίρων
φόνον
ἐτιμωρησάμην
.
695
ὅπερ
γ’
ὁ
φύσας
ὠνόμαζ’
Ὀδυσσέα
.
δώσειν
δ’
ἔμελλες
ἀνοσίου
δαιτὸς
δίκας
·
κακῶς
γὰρ
ἂν
Τροίαν
γε
διεπυρωσάμην
εἰ
μή
σ’
ἑταίρων
φόνον
ἐτιμωρησάμην
.
695
Κύκλωψ
αἰαῖ
·
παλαιὸς
χρησμὸς
ἐκπεραίνεται
.
τυφλὴν
γὰρ
ὄψιν
ἐκ
σέθεν
σχήσειν
μ’
ἔφη
Τροίας
ἀφορμηθέντος
.
ἀλλὰ
καὶ
σέ
τοι
δίκας
ὑφέξειν
ἀντὶ
τῶνδ’
ἐθέσπισεν
,
πολὺν
θαλάσσῃ
χρόνον
ἐναιωρούμενον
.
700
αἰαῖ
·
παλαιὸς
χρησμὸς
ἐκπεραίνεται
.
τυφλὴν
γὰρ
ὄψιν
ἐκ
σέθεν
σχήσειν
μ’
ἔφη
Τροίας
ἀφορμηθέντος
.
ἀλλὰ
καὶ
σέ
τοι
δίκας
ὑφέξειν
ἀντὶ
τῶνδ’
ἐθέσπισεν
,
πολὺν
θαλάσσῃ
χρόνον
ἐναιωρούμενον
.
700
Ὀδυσσεύς
κλαίειν
σ’
ἄνωγα
·
καὶ
δέδραχ’
ὅπερ
λέγεις
.
ἐγὼ
δ’
ἐπ’
ἀκτὰς
εἶμι
καὶ
νεὼς
σκάφος
ἥσω
’πὶ
πόντον
Σικελὸν
ἔς
τ’
ἐμὴν
πάτραν
.
κλαίειν
σ’
ἄνωγα
·
καὶ
δέδραχ’
ὅπερ
λέγεις
.
ἐγὼ
δ’
ἐπ’
ἀκτὰς
εἶμι
καὶ
νεὼς
σκάφος
ἥσω
’πὶ
πόντον
Σικελὸν
ἔς
τ’
ἐμὴν
πάτραν
.
Κύκλωψ
οὐ
δῆτ’
,
ἐπεί
σε
τῆσδ’
ἀπορρήξας
πέτρας
αὐτοῖσι
συνναύταισι
συντρίψω
βαλών
.
705
ἄνω
δ’
ἐπ’
ὄχθον
εἶμι
,
καίπερ
ὢν
τυφλός
,
δι’
ἀμφιτρῆτος
τῆσδε
προσβαίνων
ποδί
.
οὐ
δῆτ’
,
ἐπεί
σε
τῆσδ’
ἀπορρήξας
πέτρας
αὐτοῖσι
συνναύταισι
συντρίψω
βαλών
.
705
ἄνω
δ’
ἐπ’
ὄχθον
εἶμι
,
καίπερ
ὢν
τυφλός
,
δι’
ἀμφιτρῆτος
τῆσδε
προσβαίνων
ποδί
.
Χορός
ἡμεῖς
δὲ
συνναῦταί
γε
τοῦδ’
Ὀδυσσέως
ὄντες
τὸ
λοιπὸν
Βακχίῳ
δουλεύσομεν
.
ἡμεῖς
δὲ
συνναῦταί
γε
τοῦδ’
Ὀδυσσέως
ὄντες
τὸ
λοιπὸν
Βακχίῳ
δουλεύσομεν
.
Cyclops. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.