Σιληνός
σιγήσατ’
,
ὦ
τέκν’
,
ἄντρα
δ’
ἐς
πετρηρεφῆ
ποίμνας
ἀθροῖσαι
προσπόλους
κελεύσατε
.
σιγήσατ’
,
ὦ
τέκν’
,
ἄντρα
δ’
ἐς
πετρηρεφῆ
ποίμνας
ἀθροῖσαι
προσπόλους
κελεύσατε
.
Χορός
χωρεῖτ’
·
ἀτὰρ
δὴ
τίνα
,
πάτερ
,
σπουδὴν
ἔχεις
;
χωρεῖτ’
·
ἀτὰρ
δὴ
τίνα
,
πάτερ
,
σπουδὴν
ἔχεις
;
Σιληνός
ὁρῶ
πρὸς
ἀκταῖς
ναὸς
Ἑλλάδος
σκάφος
85
κώπης
τ’
ἄνακτας
σὺν
στρατηλάτῃ
τινὶ
στείχοντας
ἐς
τόδ’
ἄντρον
·
ἀμφὶ
δ’
αὐχέσι
τεύχη
φέρονται
κενά
,
βορᾶς
κεχρημένοι
,
κρωσσούς
θ’
ὑδρηλούς
.
ὦ
ταλαίπωροι
ξένοι
,
τίνες
ποτ’
εἰσίν
;
οὐκ
ἴσασι
δεσπότην
90
Πολύφημον
οἷός
ἐστιν
,
ἄξενον
στέγην
τήνδ’
ἐμβεβῶτες
καὶ
Κυκλωπίαν
γνάθον
τὴν
ἀνδροβρῶτα
δυστυχῶς
ἀφιγμένοι
.
ἀλλ’
ἥσυχοι
γίγνεσθ’
,
ἵν’
ἐκπυθώμεθα
πόθεν
πάρεισι
Σικελὸν
Αἰτναῖον
πάγον
.
95
ὁρῶ
πρὸς
ἀκταῖς
ναὸς
Ἑλλάδος
σκάφος
85
κώπης
τ’
ἄνακτας
σὺν
στρατηλάτῃ
τινὶ
στείχοντας
ἐς
τόδ’
ἄντρον
·
ἀμφὶ
δ’
αὐχέσι
τεύχη
φέρονται
κενά
,
βορᾶς
κεχρημένοι
,
κρωσσούς
θ’
ὑδρηλούς
.
ὦ
ταλαίπωροι
ξένοι
,
τίνες
ποτ’
εἰσίν
;
οὐκ
ἴσασι
δεσπότην
90
Πολύφημον
οἷός
ἐστιν
,
ἄξενον
στέγην
τήνδ’
ἐμβεβῶτες
καὶ
Κυκλωπίαν
γνάθον
τὴν
ἀνδροβρῶτα
δυστυχῶς
ἀφιγμένοι
.
ἀλλ’
ἥσυχοι
γίγνεσθ’
,
ἵν’
ἐκπυθώμεθα
πόθεν
πάρεισι
Σικελὸν
Αἰτναῖον
πάγον
.
95
Ὀδυσσεύς
ξένοι
,
φράσαιτ’
ἂν
νᾶμα
ποτάμιον
πόθεν
δίψης
ἄκος
λάβοιμεν
,
εἴ
τέ
τις
θέλει
βορὰν
ὁδῆσαι
ναυτίλοις
κεχρημένοις
;
--τί
χρῆμα
;
Βρομίου
πόλιν
ἔοιγμεν
ἐσβαλεῖν
·
Σατύρων
πρὸς
ἄντροις
τόνδ’
ὅμιλον
εἰσορῶ
.
100
χαίρειν
προσεῖπα
πρῶτα
τὸν
γεραίτατον
.
ξένοι
,
φράσαιτ’
ἂν
νᾶμα
ποτάμιον
πόθεν
δίψης
ἄκος
λάβοιμεν
,
εἴ
τέ
τις
θέλει
βορὰν
ὁδῆσαι
ναυτίλοις
κεχρημένοις
;
--τί
χρῆμα
;
Βρομίου
πόλιν
ἔοιγμεν
ἐσβαλεῖν
·
Σατύρων
πρὸς
ἄντροις
τόνδ’
ὅμιλον
εἰσορῶ
.
100
χαίρειν
προσεῖπα
πρῶτα
τὸν
γεραίτατον
.
Σιληνός
χαῖρ’
,
ὦ
ξέν’
,
ὅστις
δ’
εἶ
φράσον
πάτραν
τε
σήν
.
χαῖρ’
,
ὦ
ξέν’
,
ὅστις
δ’
εἶ
φράσον
πάτραν
τε
σήν
.
Ὀδυσσεύς
Ἴθακος
Ὀδυσσεύς
,
γῆς
Κεφαλλήνων
ἄναξ
.
Ἴθακος
Ὀδυσσεύς
,
γῆς
Κεφαλλήνων
ἄναξ
.
Σιληνός
οἶδ’
ἄνδρα
,
κρόταλον
δριμύ
,
Σισύφου
γένος
.
οἶδ’
ἄνδρα
,
κρόταλον
δριμύ
,
Σισύφου
γένος
.
Ὀδυσσεύς
ἐκεῖνος
οὗτός
εἰμι
·
λοιδόρει
δὲ
μή
·
105
ἐκεῖνος
οὗτός
εἰμι
·
λοιδόρει
δὲ
μή
·
105
Σιληνός
πόθεν
Σικελίαν
τήνδε
ναυστολῶν
πάρει
;
πόθεν
Σικελίαν
τήνδε
ναυστολῶν
πάρει
;
Ὀδυσσεύς
ἐξ
Ἰλίου
γε
κἀπὸ
Τρωικῶν
πόνων
.
ἐξ
Ἰλίου
γε
κἀπὸ
Τρωικῶν
πόνων
.
Σιληνός
πῶς
;
πορθμὸν
οὐκ
ᾔδησθα
πατρῴας
χθονός
;
πῶς
;
πορθμὸν
οὐκ
ᾔδησθα
πατρῴας
χθονός
;
Ὀδυσσεύς
ἀνέμων
θύελλαι
δεῦρό
μ’
ἥρπασαν
βίᾳ
.
ἀνέμων
θύελλαι
δεῦρό
μ’
ἥρπασαν
βίᾳ
.
Σιληνός
παπαῖ
·
τὸν
αὐτὸν
δαίμον’
ἐξαντλεῖς
ἐμοί
.
110
παπαῖ
·
τὸν
αὐτὸν
δαίμον’
ἐξαντλεῖς
ἐμοί
.
110
Ὀδυσσεύς
ἦ
καὶ
σὺ
δεῦρο
πρὸς
βίαν
ἀπεστάλης
;
ἦ
καὶ
σὺ
δεῦρο
πρὸς
βίαν
ἀπεστάλης
;
Σιληνός
λῃστὰς
διώκων
οἳ
Βρόμιον
ἀνήρπασαν
.
λῃστὰς
διώκων
οἳ
Βρόμιον
ἀνήρπασαν
.
Ὀδυσσεύς
τίς
δ’
ἥδε
χώρα
καὶ
τίνες
ναίουσί
νιν
;
τίς
δ’
ἥδε
χώρα
καὶ
τίνες
ναίουσί
νιν
;
Σιληνός
Αἰτναῖος
ὄχθος
Σικελίας
ὑπέρτατος
.
Αἰτναῖος
ὄχθος
Σικελίας
ὑπέρτατος
.
Ὀδυσσεύς
τείχη
δὲ
ποῦ
’στι
καὶ
πόλεως
πυργώματα
;
115
τείχη
δὲ
ποῦ
’στι
καὶ
πόλεως
πυργώματα
;
115
Σιληνός
οὐκ
εἴσ’
·
ἔρημοι
πρῶνες
ἀνθρώπων
,
ξένε
.
οὐκ
εἴσ’
·
ἔρημοι
πρῶνες
ἀνθρώπων
,
ξένε
.
Ὀδυσσεύς
τίνες
δ’
ἔχουσι
γαῖαν
;
ἦ
θηρῶν
γένος
;
τίνες
δ’
ἔχουσι
γαῖαν
;
ἦ
θηρῶν
γένος
;
Σιληνός
Κύκλωπες
,
ἄντρ’
ἔχοντες
,
οὐ
στέγας
δόμων
.
Κύκλωπες
,
ἄντρ’
ἔχοντες
,
οὐ
στέγας
δόμων
.
Ὀδυσσεύς
τίνος
κλύοντες
;
ἢ
δεδήμευται
κράτος
;
τίνος
κλύοντες
;
ἢ
δεδήμευται
κράτος
;
Σιληνός
νομάδες
·
ἀκούει
δ’
οὐδὲν
οὐδεὶς
οὐδενός
.
120
νομάδες
·
ἀκούει
δ’
οὐδὲν
οὐδεὶς
οὐδενός
.
120
Ὀδυσσεύς
σπείρουσι
δ’
—ἢ
τῷ
ζῶσι
;
—Δήμητρος
στάχυν
;
σπείρουσι
δ’
—ἢ
τῷ
ζῶσι
;
—Δήμητρος
στάχυν
;
Σιληνός
γάλακτι
καὶ
τυροῖσι
καὶ
μήλων
βορᾷ
.
γάλακτι
καὶ
τυροῖσι
καὶ
μήλων
βορᾷ
.
Ὀδυσσεύς
Βρομίου
δὲ
πῶμ’
ἔχουσιν
,
ἀμπέλου
ῥοαῖς
;
Βρομίου
δὲ
πῶμ’
ἔχουσιν
,
ἀμπέλου
ῥοαῖς
;
Σιληνός
ἥκιστα
·
τοιγὰρ
ἄχορον
οἰκοῦσι
χθόνα
.
ἥκιστα
·
τοιγὰρ
ἄχορον
οἰκοῦσι
χθόνα
.
Ὀδυσσεύς
φιλόξενοι
δὲ
χὥσιοι
περὶ
ξένους
;
125
φιλόξενοι
δὲ
χὥσιοι
περὶ
ξένους
;
125
Σιληνός
γλυκύτατά
φασι
τὰ
κρέα
τοὺς
ξένους
φορεῖν
.
γλυκύτατά
φασι
τὰ
κρέα
τοὺς
ξένους
φορεῖν
.
Ὀδυσσεύς
τί
φῄς
;
βορᾷ
χαίρουσιν
ἀνθρωποκτόνῳ
;
τί
φῄς
;
βορᾷ
χαίρουσιν
ἀνθρωποκτόνῳ
;
Σιληνός
οὐδεὶς
μολὼν
δεῦρ’
ὅστις
οὐ
κατεσφάγη
.
οὐδεὶς
μολὼν
δεῦρ’
ὅστις
οὐ
κατεσφάγη
.
Ὀδυσσεύς
αὐτὸς
δὲ
Κύκλωψ
ποῦ
’στιν
;
ἦ
δόμων
ἔσω
;
αὐτὸς
δὲ
Κύκλωψ
ποῦ
’στιν
;
ἦ
δόμων
ἔσω
;
Σιληνός
φροῦδος
πρὸς
Αἴτνῃ
θῆρας
ἰχνεύων
κυσίν
.
130
φροῦδος
πρὸς
Αἴτνῃ
θῆρας
ἰχνεύων
κυσίν
.
130
Ὀδυσσεύς
οἶσθ’
οὖν
ὃ
δρᾶσον
,
ὡς
ἀπαίρωμεν
χθονός
;
οἶσθ’
οὖν
ὃ
δρᾶσον
,
ὡς
ἀπαίρωμεν
χθονός
;
Σιληνός
οὐκ
οἶδ’
,
Ὀδυσσεῦ
·
πᾶν
δέ
σοι
δρῴημεν
ἄν
.
οὐκ
οἶδ’
,
Ὀδυσσεῦ
·
πᾶν
δέ
σοι
δρῴημεν
ἄν
.
Ὀδυσσεύς
ὅδησον
ἡμῖν
σῖτον
,
οὗ
σπανίζομεν
.
ὅδησον
ἡμῖν
σῖτον
,
οὗ
σπανίζομεν
.
Σιληνός
οὐκ
ἔστιν
,
ὥσπερ
εἶπον
,
ἄλλο
πλὴν
κρέας
.
οὐκ
ἔστιν
,
ὥσπερ
εἶπον
,
ἄλλο
πλὴν
κρέας
.
Ὀδυσσεύς
ἀλλ’
ἡδὺ
λιμοῦ
καὶ
τόδε
σχετήριον
.
135
ἀλλ’
ἡδὺ
λιμοῦ
καὶ
τόδε
σχετήριον
.
135
Σιληνός
καὶ
τυρὸς
ὀπίας
ἔστι
καὶ
βοὸς
γάλα
.
καὶ
τυρὸς
ὀπίας
ἔστι
καὶ
βοὸς
γάλα
.
Ὀδυσσεύς
ἐκφέρετε
·
φῶς
γὰρ
ἐμπολήμασιν
πρέπει
.
ἐκφέρετε
·
φῶς
γὰρ
ἐμπολήμασιν
πρέπει
.
Σιληνός
σὺ
δ’
ἀντιδώσεις
,
εἰπέ
μοι
,
χρυσὸν
πόσον
;
σὺ
δ’
ἀντιδώσεις
,
εἰπέ
μοι
,
χρυσὸν
πόσον
;
Ὀδυσσεύς
οὐ
χρυσόν
,
ἀλλὰ
πῶμα
Διονύσου
φέρω
.
οὐ
χρυσόν
,
ἀλλὰ
πῶμα
Διονύσου
φέρω
.
Σιληνός
ὦ
φίλτατ’
εἰπών
,
οὗ
σπανίζομεν
πάλαι
.
140
ὦ
φίλτατ’
εἰπών
,
οὗ
σπανίζομεν
πάλαι
.
140
Ὀδυσσεύς
καὶ
μὴν
Μάρων
μοι
πῶμ’
ἔδωκε
,
παῖς
θεοῦ
.
καὶ
μὴν
Μάρων
μοι
πῶμ’
ἔδωκε
,
παῖς
θεοῦ
.
Σιληνός
ὃν
ἐξέθρεψα
ταῖσδ’
ἐγώ
ποτ’
ἀγκάλαις
;
ὃν
ἐξέθρεψα
ταῖσδ’
ἐγώ
ποτ’
ἀγκάλαις
;
Ὀδυσσεύς
ὁ
Βακχίου
παῖς
,
ὡς
σαφέστερον
μάθῃς
.
ὁ
Βακχίου
παῖς
,
ὡς
σαφέστερον
μάθῃς
.
Σιληνός
ἐν
σέλμασιν
νεώς
ἐστιν
,
ἢ
φέρεις
σύ
νιν
;
ἐν
σέλμασιν
νεώς
ἐστιν
,
ἢ
φέρεις
σύ
νιν
;
Ὀδυσσεύς
ὅδ’
ἁσκὸς
ὃς
κεύθει
νιν
·
ὡς
ὁρᾷς
,
γέρον
.
145
ὅδ’
ἁσκὸς
ὃς
κεύθει
νιν
·
ὡς
ὁρᾷς
,
γέρον
.
145
Σιληνός
οὗτος
μὲν
οὐδ’
ἂν
τὴν
γνάθον
πλήσειέ
μου
.
οὗτος
μὲν
οὐδ’
ἂν
τὴν
γνάθον
πλήσειέ
μου
.
Ὀδυσσεύς
ναί
·
δὶς
γὰρ
τόσον
πῶμ’
ὅσον
ἂν
ἐξ
ἀσκοῦ
ῥυῇ
.
ναί
·
δὶς
γὰρ
τόσον
πῶμ’
ὅσον
ἂν
ἐξ
ἀσκοῦ
ῥυῇ
.
Σιληνός
καλήν
γε
κρήνην
εἶπας
ἡδεῖάν
τ’
ἐμοί
.
καλήν
γε
κρήνην
εἶπας
ἡδεῖάν
τ’
ἐμοί
.
Ὀδυσσεύς
βούλῃ
σε
γεύσω
πρῶτον
ἄκρατον
μέθυ
;
βούλῃ
σε
γεύσω
πρῶτον
ἄκρατον
μέθυ
;
Σιληνός
δίκαιον
·
ἦ
γὰρ
γεῦμα
τὴν
ὠνὴν
καλεῖ
.
150
δίκαιον
·
ἦ
γὰρ
γεῦμα
τὴν
ὠνὴν
καλεῖ
.
150
Ὀδυσσεύς
καὶ
μὴν
ἐφέλκω
καὶ
ποτῆρ’
ἀσκοῦ
μέτα
.
καὶ
μὴν
ἐφέλκω
καὶ
ποτῆρ’
ἀσκοῦ
μέτα
.
Σιληνός
φέρ’
ἐκπάταξον
,
ὡς
ἀναμνησθῶ
πιών
.
φέρ’
ἐκπάταξον
,
ὡς
ἀναμνησθῶ
πιών
.
Ὀδυσσεύς
ἰδού
.
ἰδού
.
Σιληνός
παπαιάξ
,
ὡς
καλὴν
ὀσμὴν
ἔχει
.
παπαιάξ
,
ὡς
καλὴν
ὀσμὴν
ἔχει
.
Ὀδυσσεύς
εἶδες
γὰρ
αὐτήν
;
εἶδες
γὰρ
αὐτήν
;
Σιληνός
οὐ
μὰ
Δί’
,
ἀλλ’
ὀσφραίνομαι
.
οὐ
μὰ
Δί’
,
ἀλλ’
ὀσφραίνομαι
.
Ὀδυσσεύς
γεῦσαί
νυν
,
ὡς
ἂν
μὴ
λόγῳ
’’παινῇς
μόνον
.
155
γεῦσαί
νυν
,
ὡς
ἂν
μὴ
λόγῳ
’’παινῇς
μόνον
.
155
Σιληνός
βαβαί
·
χορεῦσαι
παρακαλεῖ
μ’
ὁ
Βάκχιος
.
ἆ
ἆ
ἆ
.
βαβαί
·
χορεῦσαι
παρακαλεῖ
μ’
ὁ
Βάκχιος
.
ἆ
ἆ
ἆ
.
Ὀδυσσεύς
μῶν
τὸν
λάρυγγα
διεκάναξέ
σου
καλῶς
;
μῶν
τὸν
λάρυγγα
διεκάναξέ
σου
καλῶς
;
Σιληνός
ὥστ’
εἰς
ἄκρους
γε
τοὺς
ὄνυχας
ἀφίκετο
.
ὥστ’
εἰς
ἄκρους
γε
τοὺς
ὄνυχας
ἀφίκετο
.
Ὀδυσσεύς
πρὸς
τῷδε
μέντοι
καὶ
νόμισμα
δώσομεν
.
160
πρὸς
τῷδε
μέντοι
καὶ
νόμισμα
δώσομεν
.
160
Σιληνός
χάλα
τὸν
ἀσκὸν
μόνον
·
ἔα
τὸ
χρυσίον
.
χάλα
τὸν
ἀσκὸν
μόνον
·
ἔα
τὸ
χρυσίον
.
Ὀδυσσεύς
ἐκφέρετέ
νυν
τυρεύματ’
ἢ
μήλων
τόκον
.
ἐκφέρετέ
νυν
τυρεύματ’
ἢ
μήλων
τόκον
.
Σιληνός
δράσω
τάδ’
,
ὀλίγον
φροντίσας
γε
δεσποτῶν
.
ὡς
ἐκπιεῖν
γ’
ἂν
κύλικα
μαινοίμην
μίαν
,
πάντων
Κυκλώπων
ἀντιδοὺς
βοσκήματα
,
165
ῥῖψαι
τ’
ἐς
ἅλμην
Λευκάδος
πέτρας
ἄπο
,
ἅπαξ
μεθυσθεὶς
καταβαλών
τε
τὰς
ὀφρῦς
.
ὡς
ὅς
γε
πίνων
μὴ
γέγηθε
μαίνεται
·
ἵν’
ἔστι
τουτί
τ’
ὀρθὸν
ἐξανιστάναι
μαστοῦ
τε
δραγμὸς
καὶ
παρεσκευασμένου
170
ψαῦσαι
χεροῖν
λειμῶνος
,
ὀρχηστύς
θ’
ἅμα
κακῶν
τε
λῆστις
.
εἶτ’
ἐγὼ
οὐ
κυνήσομαι
τοιόνδε
πῶμα
,
τὴν
Κύκλωπος
ἀμαθίαν
κλαίειν
κελεύων
καὶ
τὸν
ὀφθαλμὸν
μέσον
;
δράσω
τάδ’
,
ὀλίγον
φροντίσας
γε
δεσποτῶν
.
ὡς
ἐκπιεῖν
γ’
ἂν
κύλικα
μαινοίμην
μίαν
,
πάντων
Κυκλώπων
ἀντιδοὺς
βοσκήματα
,
165
ῥῖψαι
τ’
ἐς
ἅλμην
Λευκάδος
πέτρας
ἄπο
,
ἅπαξ
μεθυσθεὶς
καταβαλών
τε
τὰς
ὀφρῦς
.
ὡς
ὅς
γε
πίνων
μὴ
γέγηθε
μαίνεται
·
ἵν’
ἔστι
τουτί
τ’
ὀρθὸν
ἐξανιστάναι
μαστοῦ
τε
δραγμὸς
καὶ
παρεσκευασμένου
170
ψαῦσαι
χεροῖν
λειμῶνος
,
ὀρχηστύς
θ’
ἅμα
κακῶν
τε
λῆστις
.
εἶτ’
ἐγὼ
οὐ
κυνήσομαι
τοιόνδε
πῶμα
,
τὴν
Κύκλωπος
ἀμαθίαν
κλαίειν
κελεύων
καὶ
τὸν
ὀφθαλμὸν
μέσον
;
Χορός
ἄκου’
,
Ὀδυσσεῦ
·
διαλαλήσωμέν
τί
σοι
.
175
ἄκου’
,
Ὀδυσσεῦ
·
διαλαλήσωμέν
τί
σοι
.
175
Ὀδυσσεύς
καὶ
μὴν
φίλοι
γε
προσφέρεσθε
πρὸς
φίλον
.
καὶ
μὴν
φίλοι
γε
προσφέρεσθε
πρὸς
φίλον
.
Χορός
ἐλάβετε
Τροίαν
τὴν
Ἑλένην
τε
χειρίαν
;
ἐλάβετε
Τροίαν
τὴν
Ἑλένην
τε
χειρίαν
;
Ὀδυσσεύς
καὶ
πάντα
γ’
οἶκον
Πριαμιδῶν
ἐπέρσαμεν
.
καὶ
πάντα
γ’
οἶκον
Πριαμιδῶν
ἐπέρσαμεν
.
Χορός
οὔκουν
,
ἐπειδὴ
τὴν
νεᾶνιν
εἵλετε
,
ἅπαντες
αὐτὴν
διεκροτήσατ’
ἐν
μέρει
,
180
ἐπεί
γε
πολλοῖς
ἥδεται
γαμουμένη
;
τὴν
προδότιν
,
ἣ
τοὺς
θυλάκους
τοὺς
ποικίλους
περὶ
τοῖν
σκελοῖν
ἰδοῦσα
καὶ
τὸν
χρύσεον
κλῳὸν
φοροῦντα
περὶ
μέσον
τὸν
αὐχένα
ἐξεπτοήθη
,
Μενέλεων
,
ἀνθρώπιον
185
λῷστον
,
λιποῦσα
.
μηδαμοῦ
γένος
ποτὲ
φῦναι
γυναικῶν
ὤφελ’
—
εἰ
μὴ
’μοὶ
μόνῳ
.
οὔκουν
,
ἐπειδὴ
τὴν
νεᾶνιν
εἵλετε
,
ἅπαντες
αὐτὴν
διεκροτήσατ’
ἐν
μέρει
,
180
ἐπεί
γε
πολλοῖς
ἥδεται
γαμουμένη
;
τὴν
προδότιν
,
ἣ
τοὺς
θυλάκους
τοὺς
ποικίλους
περὶ
τοῖν
σκελοῖν
ἰδοῦσα
καὶ
τὸν
χρύσεον
κλῳὸν
φοροῦντα
περὶ
μέσον
τὸν
αὐχένα
ἐξεπτοήθη
,
Μενέλεων
,
ἀνθρώπιον
185
λῷστον
,
λιποῦσα
.
μηδαμοῦ
γένος
ποτὲ
φῦναι
γυναικῶν
ὤφελ’
—
εἰ
μὴ
’μοὶ
μόνῳ
.
Σιληνός
ἰδοὺ
τάδ’
ὑμῖν
ποιμένων
βοσκήματα
,
ἄναξ
Ὀδυσσεῦ
,
μηκάδων
ἀρνῶν
τροφαί
,
πηκτοῦ
γάλακτός
τ’
οὐ
σπάνια
τυρεύματα
.
190
φέρεσθε
·
χωρεῖθ’
ὡς
τάχιστ’
ἄντρων
ἄπο
,
βότρυος
ἐμοὶ
πῶμ’
ἀντιδόντες
εὐίου
.
—οἴμοι
·
Κύκλωψ
ὅδ’
ἔρχεται
·
τί
δράσομεν
;
ἰδοὺ
τάδ’
ὑμῖν
ποιμένων
βοσκήματα
,
ἄναξ
Ὀδυσσεῦ
,
μηκάδων
ἀρνῶν
τροφαί
,
πηκτοῦ
γάλακτός
τ’
οὐ
σπάνια
τυρεύματα
.
190
φέρεσθε
·
χωρεῖθ’
ὡς
τάχιστ’
ἄντρων
ἄπο
,
βότρυος
ἐμοὶ
πῶμ’
ἀντιδόντες
εὐίου
.
—οἴμοι
·
Κύκλωψ
ὅδ’
ἔρχεται
·
τί
δράσομεν
;
Ὀδυσσεύς
ἀπολώλαμεν
γάρ
,
ὦ
γέρον
·
ποῖ
χρὴ
φυγεῖν
;
ἀπολώλαμεν
γάρ
,
ὦ
γέρον
·
ποῖ
χρὴ
φυγεῖν
;
Σιληνός
ἔσω
πέτρας
τῆσδ’
,
οὗπερ
ἂν
λάθοιτέ
γε
.
195
ἔσω
πέτρας
τῆσδ’
,
οὗπερ
ἂν
λάθοιτέ
γε
.
195
Ὀδυσσεύς
δεινὸν
τόδ’
εἶπας
,
ἀρκύων
μολεῖν
ἔσω
.
δεινὸν
τόδ’
εἶπας
,
ἀρκύων
μολεῖν
ἔσω
.
Σιληνός
οὐ
δεινόν
·
εἰσὶ
καταφυγαὶ
πολλαὶ
πέτρας
.
οὐ
δεινόν
·
εἰσὶ
καταφυγαὶ
πολλαὶ
πέτρας
.
Ὀδυσσεύς
οὐ
δῆτ’
·
ἐπεί
τἂν
μεγάλα
γ’
ἡ
Τροία
στένοι
,
εἰ
φευξόμεσθ’
ἕν’
ἄνδρα
,
μυρίον
δ’
ὄχλον
Φρυγῶν
ὑπέστην
πολλάκις
σὺν
ἀσπίδι
.
200
ἀλλ’
,
εἰ
θανεῖν
δεῖ
,
κατθανούμεθ’
εὐγενῶς
,
ἢ
ζῶντες
αἶνον
τὸν
πάρος
συσσώσομεν
.
οὐ
δῆτ’
·
ἐπεί
τἂν
μεγάλα
γ’
ἡ
Τροία
στένοι
,
εἰ
φευξόμεσθ’
ἕν’
ἄνδρα
,
μυρίον
δ’
ὄχλον
Φρυγῶν
ὑπέστην
πολλάκις
σὺν
ἀσπίδι
.
200
ἀλλ’
,
εἰ
θανεῖν
δεῖ
,
κατθανούμεθ’
εὐγενῶς
,
ἢ
ζῶντες
αἶνον
τὸν
πάρος
συσσώσομεν
.
Κύκλωψ
ἄνεχε
·
πάρεχε
·
τί
τάδε
·
τίς
ἡ
ῥᾳθυμία
;
τί
βακχιάζετ’
;
οὐχὶ
Διόνυσος
τάδε
,
οὐ
κρόταλα
χαλκοῦ
τυμπάνων
τ’
ἀράγματα
.
205
πῶς
μοι
κατ’
ἄντρα
νεόγονα
βλαστήματα
;
ἦ
πρός
γε
μαστοῖς
εἰσι
χὑπὸ
μητέρων
πλευρὰς
τρέχουσι
,
σχοινίνοις
τ’
ἐν
τεύχεσιν
πλήρωμα
τυρῶν
ἐστιν
ἐξημελγμένον
;
τί
φατε
;
τί
λέγετε
;
τάχα
τις
ὑμῶν
τῷ
ξύλῳ
210
δάκρυα
μεθήσει
·
βλέπετ’
ἄνω
καὶ
μὴ
κάτω
.
ἄνεχε
·
πάρεχε
·
τί
τάδε
·
τίς
ἡ
ῥᾳθυμία
;
τί
βακχιάζετ’
;
οὐχὶ
Διόνυσος
τάδε
,
οὐ
κρόταλα
χαλκοῦ
τυμπάνων
τ’
ἀράγματα
.
205
πῶς
μοι
κατ’
ἄντρα
νεόγονα
βλαστήματα
;
ἦ
πρός
γε
μαστοῖς
εἰσι
χὑπὸ
μητέρων
πλευρὰς
τρέχουσι
,
σχοινίνοις
τ’
ἐν
τεύχεσιν
πλήρωμα
τυρῶν
ἐστιν
ἐξημελγμένον
;
τί
φατε
;
τί
λέγετε
;
τάχα
τις
ὑμῶν
τῷ
ξύλῳ
210
δάκρυα
μεθήσει
·
βλέπετ’
ἄνω
καὶ
μὴ
κάτω
.
Χορός
ἰδού
,
πρὸς
αὐτὸν
τὸν
Δί’
ἀνακεκύφαμεν
,
καὶ
τἄστρα
καὶ
τὸν
Ὠρίωνα
δέρκομαι
.
ἰδού
,
πρὸς
αὐτὸν
τὸν
Δί’
ἀνακεκύφαμεν
,
καὶ
τἄστρα
καὶ
τὸν
Ὠρίωνα
δέρκομαι
.
Κύκλωψ
ἄριστόν
ἐστιν
εὖ
παρεσκευασμένον
;
ἄριστόν
ἐστιν
εὖ
παρεσκευασμένον
;
Χορός
πάρεστιν
.
ὁ
φάρυγξ
εὐτρεπὴς
ἔστω
μόνον
.
215
πάρεστιν
.
ὁ
φάρυγξ
εὐτρεπὴς
ἔστω
μόνον
.
215
Κύκλωψ
ἦ
καὶ
γάλακτός
εἰσι
κρατῆρες
πλέῳ
;
ἦ
καὶ
γάλακτός
εἰσι
κρατῆρες
πλέῳ
;
Χορός
ὥστ’
ἐκπιεῖν
γέ
σ’
,
ἢν
θέλῃς
,
ὅλον
πίθον
.
ὥστ’
ἐκπιεῖν
γέ
σ’
,
ἢν
θέλῃς
,
ὅλον
πίθον
.
Κύκλωψ
μήλειον
ἢ
βόειον
ἢ
μεμιγμένον
;
μήλειον
ἢ
βόειον
ἢ
μεμιγμένον
;
Χορός
ὧν
ἂν
θέλῃς
σύ
,
μὴ
’μὲ
καταπίῃς
μόνον
.
ὧν
ἂν
θέλῃς
σύ
,
μὴ
’μὲ
καταπίῃς
μόνον
.
Κύκλωψ
ἥκιστ’
·
ἐπεί
μ’
ἂν
ἐν
μέσῃ
τῇ
γαστέρι
220
πηδῶντες
ἀπολέσαιτ’
ἂν
ὑπὸ
τῶν
σχημάτων
.
ἔα
·
τίν’
ὄχλον
τόνδ’
ὁρῶ
πρὸς
αὐλίοις
;
λῃσταί
τινες
κατέσχον
ἢ
κλῶπες
χθόνα
;
ὁρῶ
γέ
τοι
τούσδ’
ἄρνας
ἐξ
ἄντρων
ἐμῶν
στρεπταῖς
λύγοισι
σῶμα
συμπεπλεγμένους
,
225
τεύχη
τε
τυρῶν
συμμιγῆ
,
γέροντά
τε
πληγαῖς
πρόσωπον
φαλακρὸν
ἐξῳδηκότα
.
ἥκιστ’
·
ἐπεί
μ’
ἂν
ἐν
μέσῃ
τῇ
γαστέρι
220
πηδῶντες
ἀπολέσαιτ’
ἂν
ὑπὸ
τῶν
σχημάτων
.
ἔα
·
τίν’
ὄχλον
τόνδ’
ὁρῶ
πρὸς
αὐλίοις
;
λῃσταί
τινες
κατέσχον
ἢ
κλῶπες
χθόνα
;
ὁρῶ
γέ
τοι
τούσδ’
ἄρνας
ἐξ
ἄντρων
ἐμῶν
στρεπταῖς
λύγοισι
σῶμα
συμπεπλεγμένους
,
225
τεύχη
τε
τυρῶν
συμμιγῆ
,
γέροντά
τε
πληγαῖς
πρόσωπον
φαλακρὸν
ἐξῳδηκότα
.
Σιληνός
ὤμοι
,
πυρέσσω
συγκεκομμένος
τάλας
.
ὤμοι
,
πυρέσσω
συγκεκομμένος
τάλας
.
Κύκλωψ
ὑπὸ
τοῦ
;
τίς
ἐς
σὸν
κρᾶτ’
ἐπύκτευσεν
,
γέρον
;
ὑπὸ
τοῦ
;
τίς
ἐς
σὸν
κρᾶτ’
ἐπύκτευσεν
,
γέρον
;
Σιληνός
ὑπὸ
τῶνδε
,
Κύκλωψ
,
ὅτι
τὰ
σ’
οὐκ
εἴων
φέρειν
.
230
ὑπὸ
τῶνδε
,
Κύκλωψ
,
ὅτι
τὰ
σ’
οὐκ
εἴων
φέρειν
.
230
Κύκλωψ
οὐκ
ᾖσαν
ὄντα
θεόν
με
καὶ
θεῶν
ἄπο
;
οὐκ
ᾖσαν
ὄντα
θεόν
με
καὶ
θεῶν
ἄπο
;
Σιληνός
ἔλεγον
ἐγὼ
τάδ’
·
οἳ
δ’
ἐφόρουν
τὰ
χρήματα
·
καὶ
τόν
γε
τυρὸν
οὐκ
ἐῶντος
ἤσθιον
τούς
τ’
ἄρνας
ἐξεφοροῦντο
·
δήσαντες
δὲ
σὲ
κλῳῷ
τριπήχει
,
κᾆτα
τὸν
ὀφθαλμὸν
μέσον
235
τὰ
σπλάγχν’
ἔφασκον
ἐξαμήσεσθαι
βίᾳ
,
μάστιγί
τ’
εὖ
τὸ
νῶτον
ἀποθλίψειν
σέθεν
,
κἄπειτα
συνδήσαντες
ἐς
θἁδώλια
τῆς
νηὸς
ἐμβαλόντες
ἀποδώσειν
τινὶ
πέτρους
μοχλεύειν
,
ἢ
’ς
μυλῶνα
καταβαλεῖν
.
240
ἔλεγον
ἐγὼ
τάδ’
·
οἳ
δ’
ἐφόρουν
τὰ
χρήματα
·
καὶ
τόν
γε
τυρὸν
οὐκ
ἐῶντος
ἤσθιον
τούς
τ’
ἄρνας
ἐξεφοροῦντο
·
δήσαντες
δὲ
σὲ
κλῳῷ
τριπήχει
,
κᾆτα
τὸν
ὀφθαλμὸν
μέσον
235
τὰ
σπλάγχν’
ἔφασκον
ἐξαμήσεσθαι
βίᾳ
,
μάστιγί
τ’
εὖ
τὸ
νῶτον
ἀποθλίψειν
σέθεν
,
κἄπειτα
συνδήσαντες
ἐς
θἁδώλια
τῆς
νηὸς
ἐμβαλόντες
ἀποδώσειν
τινὶ
πέτρους
μοχλεύειν
,
ἢ
’ς
μυλῶνα
καταβαλεῖν
.
240
Κύκλωψ
ἄληθες
;
οὔκουν
κοπίδας
ὡς
τάχιστ’
ἰὼν
θήξεις
μαχαίρας
καὶ
μέγαν
φάκελον
ξύλων
ἐπιθεὶς
ἀνάψεις
;
ὡς
σφαγέντες
αὐτίκα
πλήσουσι
νηδὺν
τὴν
ἐμὴν
ἀπ’
ἄνθρακος
θερμὴν
ἔδοντος
δαῖτα
τῷ
κρεανόμῳ
,
245
τὰ
δ’
ἐκ
λέβητος
ἑφθὰ
καὶ
τετηκότα
.
ὡς
ἔκπλεώς
γε
δαιτός
εἰμ’
ὀρεσκόου
·
ἅλις
λεόντων
ἐστί
μοι
θοινωμένῳ
ἐλάφων
τε
,
χρόνιος
δ’
εἴμ’
ἀπ’
ἀνθρώπων
βορᾶς
.
ἄληθες
;
οὔκουν
κοπίδας
ὡς
τάχιστ’
ἰὼν
θήξεις
μαχαίρας
καὶ
μέγαν
φάκελον
ξύλων
ἐπιθεὶς
ἀνάψεις
;
ὡς
σφαγέντες
αὐτίκα
πλήσουσι
νηδὺν
τὴν
ἐμὴν
ἀπ’
ἄνθρακος
θερμὴν
ἔδοντος
δαῖτα
τῷ
κρεανόμῳ
,
245
τὰ
δ’
ἐκ
λέβητος
ἑφθὰ
καὶ
τετηκότα
.
ὡς
ἔκπλεώς
γε
δαιτός
εἰμ’
ὀρεσκόου
·
ἅλις
λεόντων
ἐστί
μοι
θοινωμένῳ
ἐλάφων
τε
,
χρόνιος
δ’
εἴμ’
ἀπ’
ἀνθρώπων
βορᾶς
.
Σιληνός
τὰ
καινά
γ’
ἐκ
τῶν
ἠθάδων
,
ὦ
δέσποτα
,
250
ἡδίον’
ἐστίν
.
οὐ
γὰρ
αὖ
νεωστί
γε
ἄλλοι
πρὸς
ἄντρα
σοι
ἐσαφίκοντο
ξένοι
.
τὰ
καινά
γ’
ἐκ
τῶν
ἠθάδων
,
ὦ
δέσποτα
,
250
ἡδίον’
ἐστίν
.
οὐ
γὰρ
αὖ
νεωστί
γε
ἄλλοι
πρὸς
ἄντρα
σοι
ἐσαφίκοντο
ξένοι
.
Ὀδυσσεύς
Κύκλωψ
,
ἄκουσον
ἐν
μέρει
καὶ
τῶν
ξένων
.
ἡμεῖς
βορᾶς
χρῄζοντες
ἐμπολὴν
λαβεῖν
σῶν
ἆσσον
ἄντρων
ἤλθομεν
νεὼς
ἄπο
.
255
τοὺς
δ’
ἄρνας
ἡμῖν
οὗτος
ἀντ’
οἴνου
σκύφου
ἀπημπόλα
τε
κἀδίδου
πιεῖν
λαβὼν
ἑκὼν
ἑκοῦσι
,
κοὐδὲν
ἦν
τούτων
βίᾳ
.
ἀλλ’
οὗτος
ὑγιὲς
οὐδὲν
ὧν
φησιν
λέγει
,
ἐπεὶ
κατελήφθη
σοῦ
λάθρᾳ
πωλῶν
τὰ
σά
.
260
Κύκλωψ
,
ἄκουσον
ἐν
μέρει
καὶ
τῶν
ξένων
.
ἡμεῖς
βορᾶς
χρῄζοντες
ἐμπολὴν
λαβεῖν
σῶν
ἆσσον
ἄντρων
ἤλθομεν
νεὼς
ἄπο
.
255
τοὺς
δ’
ἄρνας
ἡμῖν
οὗτος
ἀντ’
οἴνου
σκύφου
ἀπημπόλα
τε
κἀδίδου
πιεῖν
λαβὼν
ἑκὼν
ἑκοῦσι
,
κοὐδὲν
ἦν
τούτων
βίᾳ
.
ἀλλ’
οὗτος
ὑγιὲς
οὐδὲν
ὧν
φησιν
λέγει
,
ἐπεὶ
κατελήφθη
σοῦ
λάθρᾳ
πωλῶν
τὰ
σά
.
260
Σιληνός
ἐγώ
;
κακῶς
γὰρ
ἐξόλοι’
.
ἐγώ
;
κακῶς
γὰρ
ἐξόλοι’
.
Ὀδυσσεύς
εἰ
ψεύδομαι
.
εἰ
ψεύδομαι
.
Σιληνός
μὰ
τὸν
Ποσειδῶ
τὸν
τεκόντα
σ’
,
ὦ
Κύκλωψ
,
μὰ
τὸν
μέγαν
Τρίτωνα
καὶ
τὸν
Νηρέα
,
μὰ
τὴν
Καλυψὼ
τάς
τε
Νηρέως
κόρας
,
τά
θ’
ἱερὰ
κύματ’
ἰχθύων
τε
πᾶν
γένος
,
265
ἀπώμοσ’
,
ὦ
κάλλιστον
ὦ
Κυκλώπιον
,
ὦ
δεσποτίσκε
,
μὴ
τὰ
σ’
ἐξοδᾶν
ἐγὼ
ξένοισι
χρήματ’
.
ἢ
κακῶς
οὗτοι
κακοὶ
οἱ
παῖδες
ἀπόλοινθ’
,
οὓς
μάλιστ’
ἐγὼ
φιλῶ
.
μὰ
τὸν
Ποσειδῶ
τὸν
τεκόντα
σ’
,
ὦ
Κύκλωψ
,
μὰ
τὸν
μέγαν
Τρίτωνα
καὶ
τὸν
Νηρέα
,
μὰ
τὴν
Καλυψὼ
τάς
τε
Νηρέως
κόρας
,
τά
θ’
ἱερὰ
κύματ’
ἰχθύων
τε
πᾶν
γένος
,
265
ἀπώμοσ’
,
ὦ
κάλλιστον
ὦ
Κυκλώπιον
,
ὦ
δεσποτίσκε
,
μὴ
τὰ
σ’
ἐξοδᾶν
ἐγὼ
ξένοισι
χρήματ’
.
ἢ
κακῶς
οὗτοι
κακοὶ
οἱ
παῖδες
ἀπόλοινθ’
,
οὓς
μάλιστ’
ἐγὼ
φιλῶ
.
Χορός
αὐτὸς
ἔχ’
.
ἔγωγε
τοῖς
ξένοις
τὰ
χρήματα
270
περνάντα
σ’
εἶδον
·
εἰ
δ’
ἐγὼ
ψευδῆ
λέγω
,
ἀπόλοιθ’
ὁ
πατήρ
μου
·
τοὺς
ξένους
δὲ
μὴ
ἀδίκει
.
αὐτὸς
ἔχ’
.
ἔγωγε
τοῖς
ξένοις
τὰ
χρήματα
270
περνάντα
σ’
εἶδον
·
εἰ
δ’
ἐγὼ
ψευδῆ
λέγω
,
ἀπόλοιθ’
ὁ
πατήρ
μου
·
τοὺς
ξένους
δὲ
μὴ
ἀδίκει
.
Κύκλωψ
ψεύδεσθ’
·
ἔγωγε
τῷδε
τοῦ
Ῥαδαμάνθυος
μᾶλλον
πέποιθα
καὶ
δικαιότερον
λέγω
.
θέλω
δ’
ἐρέσθαι
·
πόθεν
ἐπλεύσατ’
,
ὦ
ξένοι
;
275
ποδαποί
;
τίς
ὑμᾶς
ἐξεπαίδευσεν
πόλις
;
ψεύδεσθ’
·
ἔγωγε
τῷδε
τοῦ
Ῥαδαμάνθυος
μᾶλλον
πέποιθα
καὶ
δικαιότερον
λέγω
.
θέλω
δ’
ἐρέσθαι
·
πόθεν
ἐπλεύσατ’
,
ὦ
ξένοι
;
275
ποδαποί
;
τίς
ὑμᾶς
ἐξεπαίδευσεν
πόλις
;
Ὀδυσσεύς
Ἰθακήσιοι
μὲν
τὸ
γένος
,
Ἰλίου
δ’
ἄπο
,
πέρσαντες
ἄστυ
,
πνεύμασιν
θαλασσίοις
σὴν
γαῖαν
ἐξωσθέντες
ἥκομεν
,
Κύκλωψ
.
Ἰθακήσιοι
μὲν
τὸ
γένος
,
Ἰλίου
δ’
ἄπο
,
πέρσαντες
ἄστυ
,
πνεύμασιν
θαλασσίοις
σὴν
γαῖαν
ἐξωσθέντες
ἥκομεν
,
Κύκλωψ
.
Κύκλωψ
ἦ
τῆς
κακίστης
οἳ
μετήλθεθ’
ἁρπαγὰς
280
Ἑλένης
Σκαμάνδρου
γείτον’
Ἰλίου
πόλιν
;
ἦ
τῆς
κακίστης
οἳ
μετήλθεθ’
ἁρπαγὰς
280
Ἑλένης
Σκαμάνδρου
γείτον’
Ἰλίου
πόλιν
;
Ὀδυσσεύς
οὗτοι
,
πόνον
τὸν
δεινὸν
ἐξηντληκότες
.
οὗτοι
,
πόνον
τὸν
δεινὸν
ἐξηντληκότες
.
Κύκλωψ
αἰσχρὸν
στράτευμά
γ’
,
οἵτινες
μιᾶς
χάριν
γυναικὸς
ἐξεπλεύσατ’
ἐς
γαῖαν
Φρυγῶν
.
αἰσχρὸν
στράτευμά
γ’
,
οἵτινες
μιᾶς
χάριν
γυναικὸς
ἐξεπλεύσατ’
ἐς
γαῖαν
Φρυγῶν
.
Ὀδυσσεύς
θεοῦ
τὸ
πρᾶγμα
·
μηδέν’
αἰτιῶ
βροτῶν
.
285
ἡμεῖς
δέ
σ’
,
ὦ
θεοῦ
ποντίου
γενναῖε
παῖ
,
ἱκετεύομέν
τε
καὶ
λέγομεν
ἐλευθέρως
·
μὴ
τλῇς
πρὸς
ἄντρα
σοι
ἐσαφιγμένους
φίλους
κτανεῖν
βοράν
τε
δυσσεβῆ
θέσθαι
γνάθοις
·
οἳ
τὸν
σόν
,
ὦναξ
,
πατέρ’
ἔχειν
νεῶν
ἕδρας
290
ἐρρυσάμεσθα
γῆς
ἐν
Ἑλλάδος
μυχοῖς
.
ἱερεύς
τ’
ἄθραυστος
Ταινάρου
μένει
λιμὴν
Μαλέας
τ’
ἄκροι
κευθμῶνες
ἥ
τε
Σουνίου
δίας
Ἀθάνας
σῶς
ὑπάργυρος
πέτρα
Γεραίστιοί
τε
καταφυγαί
·
τὰ
θ’
Ἑλλάδος
295
δύσφρον
’
ὀνείδη
Φρυξὶν
οὐκ
ἐδώκαμεν
·
ὧν
καὶ
σὺ
κοινοῖ
·
γῆς
γὰρ
Ἑλλάδος
μυχοὺς
οἰκεῖς
ὑπ’
Αἴτνῃ
,
τῇ
πυριστάκτῳ
πέτρᾳ
.
νόμος
δὲ
θνητοῖς
,
εἰ
λόγους
ἀποστρέφῃ
,
ἱκέτας
δέχεσθαι
ποντίους
ἐφθαρμένους
300
ξένιά
τε
δοῦναι
καὶ
πέπλοις
ἐπαρκέσαι
,
οὐκ
ἀμφὶ
βουπόροισι
πηχθέντας
μέλη
ὀβελοῖσι
νηδὺν
καὶ
γνάθον
πλῆσαι
σέθεν
.
ἅλις
δὲ
Πριάμου
γαῖ’
ἐχήρωσ’
Ἑλλάδα
,
πολλῶν
νεκρῶν
πιοῦσα
δοριπετῆ
φόνον
,
305
ἀλόχους
τ’
ἀνάνδρους
γραῦς
τ’
ἄπαιδας
ὤλεσεν
πολιούς
τε
πατέρας
.
εἰ
δὲ
τοὺς
λελειμμένους
σὺ
συμπυρώσας
δαῖτ’
ἀναλώσεις
πικράν
,
ποῖ
τρέψεταί
τις
;
ἀλλ’
ἐμοὶ
πιθοῦ
,
Κύκλωψ
·
πάρες
τὸ
μάργον
σῆς
γνάθου
,
τὸ
δ’
εὐσεβὲς
310
τῆς
δυσσεβείας
ἀνθελοῦ
·
πολλοῖσι
γὰρ
κέρδη
πονηρὰ
ζημίαν
ἠμείψατο
.
θεοῦ
τὸ
πρᾶγμα
·
μηδέν’
αἰτιῶ
βροτῶν
.
285
ἡμεῖς
δέ
σ’
,
ὦ
θεοῦ
ποντίου
γενναῖε
παῖ
,
ἱκετεύομέν
τε
καὶ
λέγομεν
ἐλευθέρως
·
μὴ
τλῇς
πρὸς
ἄντρα
σοι
ἐσαφιγμένους
φίλους
κτανεῖν
βοράν
τε
δυσσεβῆ
θέσθαι
γνάθοις
·
οἳ
τὸν
σόν
,
ὦναξ
,
πατέρ’
ἔχειν
νεῶν
ἕδρας
290
ἐρρυσάμεσθα
γῆς
ἐν
Ἑλλάδος
μυχοῖς
.
ἱερεύς
τ’
ἄθραυστος
Ταινάρου
μένει
λιμὴν
Μαλέας
τ’
ἄκροι
κευθμῶνες
ἥ
τε
Σουνίου
δίας
Ἀθάνας
σῶς
ὑπάργυρος
πέτρα
Γεραίστιοί
τε
καταφυγαί
·
τὰ
θ’
Ἑλλάδος
295
δύσφρον
’
ὀνείδη
Φρυξὶν
οὐκ
ἐδώκαμεν
·
ὧν
καὶ
σὺ
κοινοῖ
·
γῆς
γὰρ
Ἑλλάδος
μυχοὺς
οἰκεῖς
ὑπ’
Αἴτνῃ
,
τῇ
πυριστάκτῳ
πέτρᾳ
.
νόμος
δὲ
θνητοῖς
,
εἰ
λόγους
ἀποστρέφῃ
,
ἱκέτας
δέχεσθαι
ποντίους
ἐφθαρμένους
300
ξένιά
τε
δοῦναι
καὶ
πέπλοις
ἐπαρκέσαι
,
οὐκ
ἀμφὶ
βουπόροισι
πηχθέντας
μέλη
ὀβελοῖσι
νηδὺν
καὶ
γνάθον
πλῆσαι
σέθεν
.
ἅλις
δὲ
Πριάμου
γαῖ’
ἐχήρωσ’
Ἑλλάδα
,
πολλῶν
νεκρῶν
πιοῦσα
δοριπετῆ
φόνον
,
305
ἀλόχους
τ’
ἀνάνδρους
γραῦς
τ’
ἄπαιδας
ὤλεσεν
πολιούς
τε
πατέρας
.
εἰ
δὲ
τοὺς
λελειμμένους
σὺ
συμπυρώσας
δαῖτ’
ἀναλώσεις
πικράν
,
ποῖ
τρέψεταί
τις
;
ἀλλ’
ἐμοὶ
πιθοῦ
,
Κύκλωψ
·
πάρες
τὸ
μάργον
σῆς
γνάθου
,
τὸ
δ’
εὐσεβὲς
310
τῆς
δυσσεβείας
ἀνθελοῦ
·
πολλοῖσι
γὰρ
κέρδη
πονηρὰ
ζημίαν
ἠμείψατο
.
Σιληνός
παραινέσαι
σοι
βούλομαι
·
τῶν
γὰρ
κρεῶν
μηδὲν
λίπῃς
τοῦδ’
,
ἤν
τε
τὴν
γλῶσσαν
δάκῃς
,
κομψὸς
γενήσῃ
καὶ
λαλίστατος
,
Κύκλωψ
.
315
παραινέσαι
σοι
βούλομαι
·
τῶν
γὰρ
κρεῶν
μηδὲν
λίπῃς
τοῦδ’
,
ἤν
τε
τὴν
γλῶσσαν
δάκῃς
,
κομψὸς
γενήσῃ
καὶ
λαλίστατος
,
Κύκλωψ
.
315
Κύκλωψ
ὁ
πλοῦτος
,
ἀνθρωπίσκε
,
τοῖς
σοφοῖς
θεός
,
τὰ
δ’
ἄλλα
κόμποι
καὶ
λόγων
εὐμορφίαι
.
ἄκρας
δ’
ἐναλίας
ἃς
καθίδρυται
πατὴρ
χαίρειν
κελεύω
·
τί
τάδε
προυστήσω
λόγῳ
;
Ζηνὸς
δ’
ἐγὼ
κεραυνὸν
οὐ
φρίσσω
,
ξένε
,
320
οὐδ’
οἶδ’
ὅ
τι
Ζεύς
ἐστ’
ἐμοῦ
κρείσσων
θεός
.
οὔ
μοι
μέλει
τὸ
λοιπόν
·
ὡς
δ’
οὔ
μοι
μέλει
,
ἄκουσον
.
ὅταν
ἄνωθεν
ὄμβρον
ἐκχέῃ
,
ἐν
τῇδε
πέτρᾳ
στέγν’
ἔχων
σκηνώματα
,
ἢ
μόσχον
ὀπτὸν
ἤ
τι
θήρειον
δάκος
325
δαινύμενος
,
εὖ
τέγγων
τε
γαστέρ’
ὑπτίαν
,
ἐπεκπιὼν
γάλακτος
ἀμφορέα
,
πέπλον
κρούω
,
Διὸς
βρονταῖσιν
εἰς
ἔριν
κτυπῶν
.
ὅταν
δὲ
βορέας
χιόνα
Θρῄκιος
χέῃ
,
δοραῖσι
θηρῶν
σῶμα
περιβαλὼν
ἐμὸν
330
καὶ
πῦρ
ἀναίθων
—χιόνος
οὐδέν
μοι
μέλει
.
ἡ
γῆ
δ’
ἀνάγκῃ
,
κἂν
θέλῃ
κἂν
μὴ
θέλῃ
,
τίκτουσα
ποίαν
τἀμὰ
πιαίνει
βοτά
.
ἁγὼ
οὔτινι
θύω
πλὴν
ἐμοί
,
θεοῖσι
δ’
οὔ
,
καὶ
τῇ
μεγίστῃ
,
γαστρὶ
τῇδε
,
δαιμόνων
.
335
ὡς
τοὐμπιεῖν
γε
κὰμφαγεῖν
τοὐφ’
ἡμέραν
Ζεὺς
οὗτος
ἀνθρώποισι
τοῖσι
σώφροσιν
,
λυπεῖν
δὲ
μηδὲν
αὑτόν
.
οἳ
δὲ
τοὺς
νόμους
ἔθεντο
ποικίλλοντες
ἀνθρώπων
βίον
,
κλαίειν
ἄνωγα
·
τὴν
δ’
ἐμὴν
ψυχὴν
ἐγὼ
340
οὐ
παύσομαι
δρῶν
εὖ
—κατεσθίων
τε
σέ
.
ξένιά
τε
λήψῃ
τοιάδ’
,
ὡς
ἄμεμπτος
ὦ
,
πῦρ
καὶ
πατρῷον
τόνδε
λέβητά
γ’
,
ὃς
ζέσας
σὴν
σάρκα
διαφόρητον
ἀμφέξει
καλῶς
.
ἀλλ’
ἕρπετ’
εἴσω
,
τῷ
κατ’
αὔλιον
θεῷ
345
ἵν’
ἀμφὶ
βωμὸν
στάντες
εὐωχῆτέ
με
.
ὁ
πλοῦτος
,
ἀνθρωπίσκε
,
τοῖς
σοφοῖς
θεός
,
τὰ
δ’
ἄλλα
κόμποι
καὶ
λόγων
εὐμορφίαι
.
ἄκρας
δ’
ἐναλίας
ἃς
καθίδρυται
πατὴρ
χαίρειν
κελεύω
·
τί
τάδε
προυστήσω
λόγῳ
;
Ζηνὸς
δ’
ἐγὼ
κεραυνὸν
οὐ
φρίσσω
,
ξένε
,
320
οὐδ’
οἶδ’
ὅ
τι
Ζεύς
ἐστ’
ἐμοῦ
κρείσσων
θεός
.
οὔ
μοι
μέλει
τὸ
λοιπόν
·
ὡς
δ’
οὔ
μοι
μέλει
,
ἄκουσον
.
ὅταν
ἄνωθεν
ὄμβρον
ἐκχέῃ
,
ἐν
τῇδε
πέτρᾳ
στέγν’
ἔχων
σκηνώματα
,
ἢ
μόσχον
ὀπτὸν
ἤ
τι
θήρειον
δάκος
325
δαινύμενος
,
εὖ
τέγγων
τε
γαστέρ’
ὑπτίαν
,
ἐπεκπιὼν
γάλακτος
ἀμφορέα
,
πέπλον
κρούω
,
Διὸς
βρονταῖσιν
εἰς
ἔριν
κτυπῶν
.
ὅταν
δὲ
βορέας
χιόνα
Θρῄκιος
χέῃ
,
δοραῖσι
θηρῶν
σῶμα
περιβαλὼν
ἐμὸν
330
καὶ
πῦρ
ἀναίθων
—χιόνος
οὐδέν
μοι
μέλει
.
ἡ
γῆ
δ’
ἀνάγκῃ
,
κἂν
θέλῃ
κἂν
μὴ
θέλῃ
,
τίκτουσα
ποίαν
τἀμὰ
πιαίνει
βοτά
.
ἁγὼ
οὔτινι
θύω
πλὴν
ἐμοί
,
θεοῖσι
δ’
οὔ
,
καὶ
τῇ
μεγίστῃ
,
γαστρὶ
τῇδε
,
δαιμόνων
.
335
ὡς
τοὐμπιεῖν
γε
κὰμφαγεῖν
τοὐφ’
ἡμέραν
Ζεὺς
οὗτος
ἀνθρώποισι
τοῖσι
σώφροσιν
,
λυπεῖν
δὲ
μηδὲν
αὑτόν
.
οἳ
δὲ
τοὺς
νόμους
ἔθεντο
ποικίλλοντες
ἀνθρώπων
βίον
,
κλαίειν
ἄνωγα
·
τὴν
δ’
ἐμὴν
ψυχὴν
ἐγὼ
340
οὐ
παύσομαι
δρῶν
εὖ
—κατεσθίων
τε
σέ
.
ξένιά
τε
λήψῃ
τοιάδ’
,
ὡς
ἄμεμπτος
ὦ
,
πῦρ
καὶ
πατρῷον
τόνδε
λέβητά
γ’
,
ὃς
ζέσας
σὴν
σάρκα
διαφόρητον
ἀμφέξει
καλῶς
.
ἀλλ’
ἕρπετ’
εἴσω
,
τῷ
κατ’
αὔλιον
θεῷ
345
ἵν’
ἀμφὶ
βωμὸν
στάντες
εὐωχῆτέ
με
.
Ὀδυσσεύς
αἰαῖ
,
πόνους
μὲν
Τρωικοὺς
ὑπεξέδυν
θαλασσίους
τε
,
νῦν
δ’
ἐς
ἀνδρὸς
ἀνοσίου
γνώμην
κατέσχον
ἀλίμενόν
τε
καρδίαν
.
ὦ
Παλλάς
,
ὦ
δέσποινα
Διογενὲς
θεά
,
350
νῦν
νῦν
ἄρηξον
·
κρείσσονας
γὰρ
Ἰλίου
πόνους
ἀφῖγμαι
κἀπὶ
κινδύνου
βάθρα
.
σύ
τ’
,
ὦ
φαεννῶν
ἀστέρων
οἰκῶν
ἕδρας
Ζεῦ
ξένι’
,
ὅρα
τάδ’
·
εἰ
γὰρ
αὐτὰ
μὴ
βλέπεις
,
ἄλλως
νομίζῃ
Ζεὺς
τὸ
μηδὲν
ὢν
θεός
.
355
αἰαῖ
,
πόνους
μὲν
Τρωικοὺς
ὑπεξέδυν
θαλασσίους
τε
,
νῦν
δ’
ἐς
ἀνδρὸς
ἀνοσίου
γνώμην
κατέσχον
ἀλίμενόν
τε
καρδίαν
.
ὦ
Παλλάς
,
ὦ
δέσποινα
Διογενὲς
θεά
,
350
νῦν
νῦν
ἄρηξον
·
κρείσσονας
γὰρ
Ἰλίου
πόνους
ἀφῖγμαι
κἀπὶ
κινδύνου
βάθρα
.
σύ
τ’
,
ὦ
φαεννῶν
ἀστέρων
οἰκῶν
ἕδρας
Ζεῦ
ξένι’
,
ὅρα
τάδ’
·
εἰ
γὰρ
αὐτὰ
μὴ
βλέπεις
,
ἄλλως
νομίζῃ
Ζεὺς
τὸ
μηδὲν
ὢν
θεός
.
355
Cyclops. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.