str.
1
Χορός
ἰὼ
Γᾶ
τε
καὶ
παμφαὴς
ἀκτὶς
Ἀελίου
,
κατίδετ’
ἴδετε
τὰν
ὀλομέναν
γυναῖκα
,
πρὶν
φοινίαν
τέκνοις
προσβαλεῖν
χέρ’
αὐτοκτόνον
·
τεᾶς
γὰρ
ἀπὸ
χρυσέας
γονᾶς
1255
ἔβλαστεν
,
θεοῦ
δ’
αἷμά
τι
πίτνειν
φόβος
ὑπ’
ἀνέρων
.
ἀλλά
νιν
,
ὦ
φάος
διογενές
,
κάτειρ-
γε
κατάπαυσον
,
ἔξελ’
οἴκων
φονίαν
τάλαινάν
τ’
Ἐρινὺν
ὑπ’
ἀλαστόρων
.
1260
ἰὼ
Γᾶ
τε
καὶ
παμφαὴς
ἀκτὶς
Ἀελίου
,
κατίδετ’
ἴδετε
τὰν
ὀλομέναν
γυναῖκα
,
πρὶν
φοινίαν
τέκνοις
προσβαλεῖν
χέρ’
αὐτοκτόνον
·
τεᾶς
γὰρ
ἀπὸ
χρυσέας
γονᾶς
1255
ἔβλαστεν
,
θεοῦ
δ’
αἷμά
τι
πίτνειν
φόβος
ὑπ’
ἀνέρων
.
ἀλλά
νιν
,
ὦ
φάος
διογενές
,
κάτειρ-
γε
κατάπαυσον
,
ἔξελ’
οἴκων
φονίαν
τάλαινάν
τ’
Ἐρινὺν
ὑπ’
ἀλαστόρων
.
1260
ant.
1
Χορός
μάταν
μόχθος
ἔρρει
τέκνων
,
ἆρα
μάταν
γένος
φίλιον
ἔτεκες
,
ὦ
κυανεᾶν
λιποῦσα
Συμπληγάδων
πετρᾶν
ἀξενωτάταν
ἐσβολάν
;
δειλαία
,
τί
σοι
φρενῶν
βαρὺς
1265
χόλος
προσπίτνει
καὶ
δυσμενὴς
φόνος
;
ἀμείβεται
χαλεπὰ
γὰρ
βροτοῖς
ὁμογενῆ
μιά-
σματα
ἐπὶ
γαῖαν
αὐτοφόνταις
ξυνῳ
-
δὰ
θεόθεν
πίτνοντ’
ἐπὶ
δόμοις
ἄχη
.
1270
μάταν
μόχθος
ἔρρει
τέκνων
,
ἆρα
μάταν
γένος
φίλιον
ἔτεκες
,
ὦ
κυανεᾶν
λιποῦσα
Συμπληγάδων
πετρᾶν
ἀξενωτάταν
ἐσβολάν
;
δειλαία
,
τί
σοι
φρενῶν
βαρὺς
1265
χόλος
προσπίτνει
καὶ
δυσμενὴς
φόνος
;
ἀμείβεται
χαλεπὰ
γὰρ
βροτοῖς
ὁμογενῆ
μιά-
σματα
ἐπὶ
γαῖαν
αὐτοφόνταις
ξυνῳ
-
δὰ
θεόθεν
πίτνοντ’
ἐπὶ
δόμοις
ἄχη
.
1270
Παῖδες
ἔνδοθεν
.
αἰαῖ
.
αἰαῖ
.
str.
2
Χορός
—ἀκούεις
βοὰν
ἀκούεις
τέκνων
;
—ἰὼ
τλᾶμον
,
ὦ
κακοτυχὲς
γύναι
.
—ἀκούεις
βοὰν
ἀκούεις
τέκνων
;
—ἰὼ
τλᾶμον
,
ὦ
κακοτυχὲς
γύναι
.
Παῖδες
—οἴμοι
,
τί
δράσω
;
ποῖ
φύγω
μητρὸς
χέρας
;
—οὐκ
οἶδ’
,
ἄδελφε
φίλτατ’
·
ὀλλύμεσθα
γάρ
.
—οἴμοι
,
τί
δράσω
;
ποῖ
φύγω
μητρὸς
χέρας
;
—οὐκ
οἶδ’
,
ἄδελφε
φίλτατ’
·
ὀλλύμεσθα
γάρ
.
Χορός
παρέλθω
δόμους
;
ἀρῆξαι
φόνον
1275
δοκεῖ
μοι
τέκνοις
.
παρέλθω
δόμους
;
ἀρῆξαι
φόνον
1275
δοκεῖ
μοι
τέκνοις
.
Παῖδες
—ναί
,
πρὸς
θεῶν
,
ἀρήξατ’
·
ἐν
δέοντι
γάρ
.
—ὡς
ἐγγὺς
ἤδη
γ’
ἐσμὲν
ἀρκύων
ξίφους
.
—ναί
,
πρὸς
θεῶν
,
ἀρήξατ’
·
ἐν
δέοντι
γάρ
.
—ὡς
ἐγγὺς
ἤδη
γ’
ἐσμὲν
ἀρκύων
ξίφους
.
Χορός
—τάλαιν’
,
ὡς
ἄρ’
ἦσθα
πέτρος
ἢ
σίδα-
ρος
,
ἅτις
τέκνων
1280
ὃν
ἔτεκες
ἄροτον
αὐτόχειρι
μοίρᾳ
κτενεῖς
.
—τάλαιν’
,
ὡς
ἄρ’
ἦσθα
πέτρος
ἢ
σίδα-
ρος
,
ἅτις
τέκνων
1280
ὃν
ἔτεκες
ἄροτον
αὐτόχειρι
μοίρᾳ
κτενεῖς
.
ant.
2
Χορός
—μίαν
δὴ
κλύω
μίαν
τῶν
πάρος
γυναῖκ’
ἐν
φίλοις
χέρα
βαλεῖν
τέκνοις
·
Ἰνὼ
μανεῖσαν
ἐκ
θεῶν
,
ὅθ’
ἡ
Διὸς
δάμαρ
νιν
ἐξέπεμψε
δωμάτων
ἄλῃ
·
1285
πίτνει
δ’
ἁ
τάλαιν’
ἐς
ἅλμαν
φόνῳ
τέκνων
δυσσεβεῖ
,
ἀκτῆς
ὑπερτείνασα
ποντίας
πόδα
,
δυοῖν
τε
παίδοιν
συνθανοῦσ’
ἀπόλλυται
.
τί
δῆτ’
οὖν
γένοιτ’
ἂν
ἔτι
δεινόν
;
ὦ
1290
γυναικῶν
λέχος
πολύπονον
,
ὅσα
βροτοῖς
ἔρεξας
ἤδη
κακά
.
—μίαν
δὴ
κλύω
μίαν
τῶν
πάρος
γυναῖκ’
ἐν
φίλοις
χέρα
βαλεῖν
τέκνοις
·
Ἰνὼ
μανεῖσαν
ἐκ
θεῶν
,
ὅθ’
ἡ
Διὸς
δάμαρ
νιν
ἐξέπεμψε
δωμάτων
ἄλῃ
·
1285
πίτνει
δ’
ἁ
τάλαιν’
ἐς
ἅλμαν
φόνῳ
τέκνων
δυσσεβεῖ
,
ἀκτῆς
ὑπερτείνασα
ποντίας
πόδα
,
δυοῖν
τε
παίδοιν
συνθανοῦσ’
ἀπόλλυται
.
τί
δῆτ’
οὖν
γένοιτ’
ἂν
ἔτι
δεινόν
;
ὦ
1290
γυναικῶν
λέχος
πολύπονον
,
ὅσα
βροτοῖς
ἔρεξας
ἤδη
κακά
.
Medea. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.