Χορός
—
ἀλλ’
ἥδε
τροφὸς
γεραιὰ
πρὸ
θυρῶν
170
κομίζουσ’
ἔξω
μελάθρων
·
δ’
ὀφρύων
νέφος
αὐξάνεται
.
ποτ’
ἔστι
μαθεῖν
ἔραται
ψυχή
,
δεδήληται
ἀλλόχροον
βασιλείας
.
175
—
ἀλλ’
ἥδε
τροφὸς
γεραιὰ
πρὸ
θυρῶν
170
κομίζουσ’
ἔξω
μελάθρων
·
δ’
ὀφρύων
νέφος
αὐξάνεται
.
ποτ’
ἔστι
μαθεῖν
ἔραται
ψυχή
,
δεδήληται
ἀλλόχροον
βασιλείας
.
175
Τροφός
κακὰ
θνητῶν
στυγεραί
τε
νόσοι
.
σ’
ἐγὼ
δράσω
;
τί
δὲ
μὴ
δράσω
;
σοι
φέγγος
λαμπρόν
,
ὅδ’
αἰθήρ
·
δὲ
δόμων
ἤδη
νοσερᾶς
κοίτης
.
180
γὰρ
ἐλθεῖν
πᾶν
ἔπος
ἦν
σοι
·
δ’
ἐς
θαλάμους
σπεύσεις
τὸ
πάλιν
.
γὰρ
σφάλλῃ
κοὐδενὶ
χαίρεις
,
σ’
ἀρέσκει
τὸ
παρόν
,
τὸ
δ’
ἀπὸν
ἡγῇ
.
185
δὲ
νοσεῖν
ἢ
θεραπεύειν
·
μέν
ἐστιν
ἁπλοῦν
,
τῷ
δὲ
συνάπτει
τε
φρενῶν
χερσίν
τε
πόνος
.
δ’
ὀδυνηρὸς
βίος
ἀνθρώπων
,
ἔστι
πόνων
ἀνάπαυσις
.
190
ὅ
τι
τοῦ
ζῆν
φίλτερον
ἄλλο
ἀμπίσχων
κρύπτει
νεφέλαις
.
δ’
ὅ
τι
τοῦτο
στίλβει
κατὰ
γῆν
δὴ
φαινόμεθ’
ὄντες
,
ἀπειροσύνην
ἄλλου
βιότου
195
ἀπόδειξιν
τῶν
ὑπὸ
γαίας
·
δ’
ἄλλως
φερόμεσθα
.
κακὰ
θνητῶν
στυγεραί
τε
νόσοι
.
σ’
ἐγὼ
δράσω
;
τί
δὲ
μὴ
δράσω
;
σοι
φέγγος
λαμπρόν
,
ὅδ’
αἰθήρ
·
δὲ
δόμων
ἤδη
νοσερᾶς
κοίτης
.
180
γὰρ
ἐλθεῖν
πᾶν
ἔπος
ἦν
σοι
·
δ’
ἐς
θαλάμους
σπεύσεις
τὸ
πάλιν
.
γὰρ
σφάλλῃ
κοὐδενὶ
χαίρεις
,
σ’
ἀρέσκει
τὸ
παρόν
,
τὸ
δ’
ἀπὸν
ἡγῇ
.
185
δὲ
νοσεῖν
ἢ
θεραπεύειν
·
μέν
ἐστιν
ἁπλοῦν
,
τῷ
δὲ
συνάπτει
τε
φρενῶν
χερσίν
τε
πόνος
.
δ’
ὀδυνηρὸς
βίος
ἀνθρώπων
,
ἔστι
πόνων
ἀνάπαυσις
.
190
ὅ
τι
τοῦ
ζῆν
φίλτερον
ἄλλο
ἀμπίσχων
κρύπτει
νεφέλαις
.
δ’
ὅ
τι
τοῦτο
στίλβει
κατὰ
γῆν
δὴ
φαινόμεθ’
ὄντες
,
ἀπειροσύνην
ἄλλου
βιότου
195
ἀπόδειξιν
τῶν
ὑπὸ
γαίας
·
δ’
ἄλλως
φερόμεσθα
.
Φαίδρα
μου
δέμας
,
ὀρθοῦτε
κάρα
·
μελέων
σύνδεσμα
φίλων
.
εὐπήχεις
χεῖρας
,
πρόπολοι
.
200
μοι
κεφαλᾶς
ἐπίκρανον
ἔχειν
·
,
ἀμπέτασον
βόστρυχον
ὤμοις
.
μου
δέμας
,
ὀρθοῦτε
κάρα
·
μελέων
σύνδεσμα
φίλων
.
εὐπήχεις
χεῖρας
,
πρόπολοι
.
200
μοι
κεφαλᾶς
ἐπίκρανον
ἔχειν
·
,
ἀμπέτασον
βόστρυχον
ὤμοις
.
Τροφός
,
τέκνον
,
καὶ
μὴ
χαλεπῶς
δέμας
.
δὲ
νόσον
μετά
θ’
ἡσυχίας
205
γενναίου
λήματος
οἴσεις
·
δὲ
βροτοῖσιν
ἀνάγκη
.
,
τέκνον
,
καὶ
μὴ
χαλεπῶς
δέμας
.
δὲ
νόσον
μετά
θ’
ἡσυχίας
205
γενναίου
λήματος
οἴσεις
·
δὲ
βροτοῖσιν
ἀνάγκη
.
Φαίδρα
·
ἂν
δροσερᾶς
ἀπὸ
κρηνῖδος
ὑδάτων
πῶμ’
ἀρυσαίμαν
,
τ’
αἰγείροις
ἔν
τε
κομήτῃ
210
κλιθεῖσ’
ἀναπαυσαίμαν
;
·
ἂν
δροσερᾶς
ἀπὸ
κρηνῖδος
ὑδάτων
πῶμ’
ἀρυσαίμαν
,
τ’
αἰγείροις
ἔν
τε
κομήτῃ
210
κλιθεῖσ’
ἀναπαυσαίμαν
;
Τροφός
παῖ
,
τί
θροεῖς
;
μὴ
παρ’
ὄχλῳ
τάδε
γηρύσῃ
ἔποχον
ῥίπτουσα
λόγον
;
παῖ
,
τί
θροεῖς
;
μὴ
παρ’
ὄχλῳ
τάδε
γηρύσῃ
ἔποχον
ῥίπτουσα
λόγον
;
Φαίδρα
μ’
εἰς
ὄρος
·
εἶμι
πρὸς
ὕλαν
215
παρὰ
πεύκας
,
ἵνα
θηροφόνοι
κύνες
ἐλάφοις
ἐγχριμπτόμεναι
·
θεῶν
,
ἔραμαι
κυσὶ
θωΰξαι
παρὰ
χαίταν
ξανθὰν
ῥῖψαι
220
ὅρπακ’
,
ἐπίλογχον
ἔχουσ’
χειρὶ
βέλος
.
μ’
εἰς
ὄρος
·
εἶμι
πρὸς
ὕλαν
215
παρὰ
πεύκας
,
ἵνα
θηροφόνοι
κύνες
ἐλάφοις
ἐγχριμπτόμεναι
·
θεῶν
,
ἔραμαι
κυσὶ
θωΰξαι
παρὰ
χαίταν
ξανθὰν
ῥῖψαι
220
ὅρπακ’
,
ἐπίλογχον
ἔχουσ’
χειρὶ
βέλος
.
Τροφός
ποτ’
,
ὦ
τέκνον
,
τάδε
κηραίνεις
;
κυνηγεσίων
καὶ
σοὶ
μελέτη
;
δὲ
κρηναίων
νασμῶν
ἔρασαι
;
225
γὰρ
δροσερὰ
πύργοις
συνεχὴς
,
ὅθεν
σοι
πῶμα
γένοιτ’
ἄν
.
ποτ’
,
ὦ
τέκνον
,
τάδε
κηραίνεις
;
κυνηγεσίων
καὶ
σοὶ
μελέτη
;
δὲ
κρηναίων
νασμῶν
ἔρασαι
;
225
γὰρ
δροσερὰ
πύργοις
συνεχὴς
,
ὅθεν
σοι
πῶμα
γένοιτ’
ἄν
.
Φαίδρα
ἁλίας
Ἄρτεμι
Λίμνας
γυμνασίων
τῶν
ἱπποκρότων
,
γενοίμαν
ἐν
σοῖς
δαπέδοις
,
230
Ἐνέτας
δαμαλιζομένα
.
ἁλίας
Ἄρτεμι
Λίμνας
γυμνασίων
τῶν
ἱπποκρότων
,
γενοίμαν
ἐν
σοῖς
δαπέδοις
,
230
Ἐνέτας
δαμαλιζομένα
.
Τροφός
τόδ’
αὖ
παράφρων
ἔρριψας
ἔπος
;
δὴ
μὲν
ὄρος
βᾶσ’
ἐπὶ
θήρας
ἐστέλλου
,
νῦν
δ’
αὖ
ψαμάθοις
ἀκυμάντοις
πώλων
ἔρασαι
.
235
μαντείας
ἄξια
πολλῆς
,
σε
θεῶν
ἀνασειράζει
παρακόπτει
φρένας
,
ὦ
παῖ
.
τόδ’
αὖ
παράφρων
ἔρριψας
ἔπος
;
δὴ
μὲν
ὄρος
βᾶσ’
ἐπὶ
θήρας
ἐστέλλου
,
νῦν
δ’
αὖ
ψαμάθοις
ἀκυμάντοις
πώλων
ἔρασαι
.
235
μαντείας
ἄξια
πολλῆς
,
σε
θεῶν
ἀνασειράζει
παρακόπτει
φρένας
,
ὦ
παῖ
.
Φαίδρα
ἐγώ
,
τί
ποτ’
εἰργασάμην
;
παρεπλάγχθην
γνώμης
ἀγαθῆς
;
240
,
ἔπεσον
δαίμονος
ἄτῃ
.
φεῦ
,
τλήμων
.
,
πάλιν
μου
κρύψον
κεφαλήν
,
γὰρ
τὰ
λελεγμένα
μοι
.
·
κατ’
ὄσσων
δάκρυ
μοι
βαίνει
,
245
ἐπ’
αἰσχύνην
ὄμμα
τέτραπται
.
γὰρ
ὀρθοῦσθαι
γνώμην
ὀδυνᾷ
·
δὲ
μαινόμενον
κακόν
·
ἀλλὰ
κρατεῖ
γιγνώσκοντ’
ἀπολέσθαι
.
ἐγώ
,
τί
ποτ’
εἰργασάμην
;
παρεπλάγχθην
γνώμης
ἀγαθῆς
;
240
,
ἔπεσον
δαίμονος
ἄτῃ
.
φεῦ
,
τλήμων
.
,
πάλιν
μου
κρύψον
κεφαλήν
,
γὰρ
τὰ
λελεγμένα
μοι
.
·
κατ’
ὄσσων
δάκρυ
μοι
βαίνει
,
245
ἐπ’
αἰσχύνην
ὄμμα
τέτραπται
.
γὰρ
ὀρθοῦσθαι
γνώμην
ὀδυνᾷ
·
δὲ
μαινόμενον
κακόν
·
ἀλλὰ
κρατεῖ
γιγνώσκοντ’
ἀπολέσθαι
.
Τροφός
·
τὸ
δ’
ἐμὸν
πότε
δὴ
θάνατος
250
καλύψει
;
διδάσκει
μ’
ὁ
πολὺς
βίοτος
.
γὰρ
μετρίας
εἰς
ἀλλήλους
θνητοὺς
ἀνακίρνασθαι
μὴ
πρὸς
ἄκρον
μυελὸν
ψυχῆς
,
255
δ’
εἶναι
στέργηθρα
φρενῶν
τ’
ὤσασθαι
καὶ
ξυντεῖναι
.
δ’
ὑπὲρ
δισσῶν
μίαν
ὠδίνειν
χαλεπὸν
βάρος
,
ὡς
κἀγὼ
ὑπεραλγῶ
.
260
δ’
ἀτρεκεῖς
ἐπιτηδεύσεις
σφάλλειν
πλέον
ἢ
τέρπειν
θ’
ὑγιείᾳ
μᾶλλον
πολεμεῖν
.
τὸ
λίαν
ἧσσον
ἐπαινῶ
μηδὲν
ἄγαν
·
265
ξυμφήσουσι
σοφοί
μοι
.
·
τὸ
δ’
ἐμὸν
πότε
δὴ
θάνατος
250
καλύψει
;
διδάσκει
μ’
ὁ
πολὺς
βίοτος
.
γὰρ
μετρίας
εἰς
ἀλλήλους
θνητοὺς
ἀνακίρνασθαι
μὴ
πρὸς
ἄκρον
μυελὸν
ψυχῆς
,
255
δ’
εἶναι
στέργηθρα
φρενῶν
τ’
ὤσασθαι
καὶ
ξυντεῖναι
.
δ’
ὑπὲρ
δισσῶν
μίαν
ὠδίνειν
χαλεπὸν
βάρος
,
ὡς
κἀγὼ
ὑπεραλγῶ
.
260
δ’
ἀτρεκεῖς
ἐπιτηδεύσεις
σφάλλειν
πλέον
ἢ
τέρπειν
θ’
ὑγιείᾳ
μᾶλλον
πολεμεῖν
.
τὸ
λίαν
ἧσσον
ἐπαινῶ
μηδὲν
ἄγαν
·
265
ξυμφήσουσι
σοφοί
μοι
.
Χορός
γεραιά
,
βασιλίδος
πιστὴ
τροφὲ
,
ὁρῶμεν
τάσδε
δυστήνους
τύχας
,
δ’
ἡμῖν
ἥτις
ἐστὶν
ἡ
νόσος
·
δ’
ἂν
πυθέσθαι
καὶ
κλύειν
βουλοίμεθ’
ἄν
.
270
γεραιά
,
βασιλίδος
πιστὴ
τροφὲ
,
ὁρῶμεν
τάσδε
δυστήνους
τύχας
,
δ’
ἡμῖν
ἥτις
ἐστὶν
ἡ
νόσος
·
δ’
ἂν
πυθέσθαι
καὶ
κλύειν
βουλοίμεθ’
ἄν
.
270
Τροφός
οἶδ’
ἐλέγχους
·
οὐ
γὰρ
ἐννέπειν
θέλει
.
οἶδ’
ἐλέγχους
·
οὐ
γὰρ
ἐννέπειν
θέλει
.
Χορός
ἥτις
ἀρχὴ
τῶνδε
πημάτων
ἔφυ
;
ἥτις
ἀρχὴ
τῶνδε
πημάτων
ἔφυ
;
Τροφός
ταὐτὸν
ἥκεις
·
πάντα
γὰρ
σιγᾷ
τάδε
.
ταὐτὸν
ἥκεις
·
πάντα
γὰρ
σιγᾷ
τάδε
.
Χορός
ἀσθενεῖ
τε
καὶ
κατέξανται
δέμας
.
ἀσθενεῖ
τε
καὶ
κατέξανται
δέμας
.
Τροφός
δ’
οὔ
,
τριταίαν
γ’
οὖσ’
ἄσιτος
ἡμέραν
;
275
δ’
οὔ
,
τριταίαν
γ’
οὖσ’
ἄσιτος
ἡμέραν
;
275
Χορός
ὑπ’
ἄτης
ἢ
θανεῖν
πειρωμένη
;
ὑπ’
ἄτης
ἢ
θανεῖν
πειρωμένη
;
Τροφός
;
ἀσιτεῖ
γ’
εἰς
ἀπόστασιν
βίου
.
;
ἀσιτεῖ
γ’
εἰς
ἀπόστασιν
βίου
.
Χορός
εἶπας
,
εἰ
τάδ’
ἐξαρκεῖ
πόσει
.
εἶπας
,
εἰ
τάδ’
ἐξαρκεῖ
πόσει
.
Τροφός
γὰρ
ἥδε
πῆμα
κοὔ
φησιν
νοσεῖν
.
γὰρ
ἥδε
πῆμα
κοὔ
φησιν
νοσεῖν
.
Χορός
δ’
ἐς
πρόσωπον
οὐ
τεκμαίρεται
βλέπων
;
280
δ’
ἐς
πρόσωπον
οὐ
τεκμαίρεται
βλέπων
;
280
Τροφός
ὢν
γὰρ
τῆσδε
τυγχάνει
χθονός
.
ὢν
γὰρ
τῆσδε
τυγχάνει
χθονός
.
Χορός
δ’
οὐκ
ἀνάγκην
προσφέρεις
,
πειρωμένη
πυθέσθαι
τῆσδε
καὶ
πλάνον
φρενῶν
;
δ’
οὐκ
ἀνάγκην
προσφέρεις
,
πειρωμένη
πυθέσθαι
τῆσδε
καὶ
πλάνον
φρενῶν
;
Τροφός
πάντ’
ἀφῖγμαι
κοὐδὲν
εἴργασμαι
πλέον
·
μὴν
ἀνήσω
γ’
οὐδὲ
νῦν
προθυμίας
,
285
ἂν
παροῦσα
καὶ
σύ
μοι
ξυμμαρτυρῇς
πέφυκα
δυστυχοῦσι
δεσπόταις
.
,
ὦ
φίλη
παῖ
,
τῶν
πάροιθε
μὲν
λόγων
ἄμφω
,
καὶ
σύ
θ’
ἡδίων
γενοῦ
ὀφρὺν
λύσασα
καὶ
γνώμης
ὁδόν
,
290
θ’
ὅπῃ
σοι
μὴ
καλῶς
τόθ’
εἱπόμην
ἐπ’
ἄλλον
εἶμι
βελτίω
λόγον
.
μὲν
νοσεῖς
τι
τῶν
ἀπορρήτων
κακῶν
,
αἵδε
συγκαθιστάναι
νόσον
·
δ’
ἔκφορός
σοι
συμφορὰ
πρὸς
ἄρσενας
,
295
,
ὡς
ἰατροῖς
πρᾶγμα
μηνυθῇ
τόδε
.
·
τί
σιγᾷς
;
οὐκ
ἐχρῆν
σιγᾶν
,
τέκνον
,
ἤ
μ’
ἐλέγχειν
,
εἴ
τι
μὴ
καλῶς
λέγω
,
τοῖσιν
εὖ
λεχθεῖσι
συγχωρεῖν
λόγοις
.
τι
,
δεῦρ’
ἄθρησον
.
—
ὦ
τάλαιν’
ἐγώ
,
300
,
ἄλλως
τούσδε
μοχθοῦμεν
πόνους
,
δ’
ἄπεσμεν
τῷ
πρίν
·
οὔτε
γὰρ
τότε
ἐτέγγεθ’
ἥδε
νῦν
τ’
οὐ
πείθεται
.
—
ἀλλ’
ἴσθι
μέντοι
—
πρὸς
τάδ’
αὐθαδεστέρα
θαλάσσης
—
εἰ
θανῇ
,
προδοῦσα
σοὺς
305
πατρῴων
μὴ
μεθέξοντας
δόμων
,
τὴν
ἄνασσαν
ἱππίαν
Ἀμαζόνα
,
σοῖς
τέκνοισι
δεσπότην
ἐγείνατο
φρονοῦντα
γνήσι’
,
οἶσθά
νιν
καλῶς
,
Ἱππόλυτον
310
πάντ’
ἀφῖγμαι
κοὐδὲν
εἴργασμαι
πλέον
·
μὴν
ἀνήσω
γ’
οὐδὲ
νῦν
προθυμίας
,
285
ἂν
παροῦσα
καὶ
σύ
μοι
ξυμμαρτυρῇς
πέφυκα
δυστυχοῦσι
δεσπόταις
.
,
ὦ
φίλη
παῖ
,
τῶν
πάροιθε
μὲν
λόγων
ἄμφω
,
καὶ
σύ
θ’
ἡδίων
γενοῦ
ὀφρὺν
λύσασα
καὶ
γνώμης
ὁδόν
,
290
θ’
ὅπῃ
σοι
μὴ
καλῶς
τόθ’
εἱπόμην
ἐπ’
ἄλλον
εἶμι
βελτίω
λόγον
.
μὲν
νοσεῖς
τι
τῶν
ἀπορρήτων
κακῶν
,
αἵδε
συγκαθιστάναι
νόσον
·
δ’
ἔκφορός
σοι
συμφορὰ
πρὸς
ἄρσενας
,
295
,
ὡς
ἰατροῖς
πρᾶγμα
μηνυθῇ
τόδε
.
·
τί
σιγᾷς
;
οὐκ
ἐχρῆν
σιγᾶν
,
τέκνον
,
ἤ
μ’
ἐλέγχειν
,
εἴ
τι
μὴ
καλῶς
λέγω
,
τοῖσιν
εὖ
λεχθεῖσι
συγχωρεῖν
λόγοις
.
τι
,
δεῦρ’
ἄθρησον
.
—
ὦ
τάλαιν’
ἐγώ
,
300
,
ἄλλως
τούσδε
μοχθοῦμεν
πόνους
,
δ’
ἄπεσμεν
τῷ
πρίν
·
οὔτε
γὰρ
τότε
ἐτέγγεθ’
ἥδε
νῦν
τ’
οὐ
πείθεται
.
—
ἀλλ’
ἴσθι
μέντοι
—
πρὸς
τάδ’
αὐθαδεστέρα
θαλάσσης
—
εἰ
θανῇ
,
προδοῦσα
σοὺς
305
πατρῴων
μὴ
μεθέξοντας
δόμων
,
τὴν
ἄνασσαν
ἱππίαν
Ἀμαζόνα
,
σοῖς
τέκνοισι
δεσπότην
ἐγείνατο
φρονοῦντα
γνήσι’
,
οἶσθά
νιν
καλῶς
,
Ἱππόλυτον
310
Φαίδρα
.
.
Τροφός
σέθεν
τόδε
;
σέθεν
τόδε
;
Φαίδρα
με
,
μαῖα
,
καί
σε
πρὸς
θεῶν
ἀνδρὸς
αὖθις
λίσσομαι
σιγᾶν
πέρι
.
με
,
μαῖα
,
καί
σε
πρὸς
θεῶν
ἀνδρὸς
αὖθις
λίσσομαι
σιγᾶν
πέρι
.
Τροφός
;
φρονεῖς
μὲν
εὖ
,
φρονοῦσα
δ’
οὐ
θέλεις
τ’
ὀνῆσαι
καὶ
σὸν
ἐκσῶσαι
βίον
.
;
φρονεῖς
μὲν
εὖ
,
φρονοῦσα
δ’
οὐ
θέλεις
τ’
ὀνῆσαι
καὶ
σὸν
ἐκσῶσαι
βίον
.
Φαίδρα
τέκν’
·
ἄλλῃ
δ’
ἐν
τύχῃ
χειμάζομαι
.
315
τέκν’
·
ἄλλῃ
δ’
ἐν
τύχῃ
χειμάζομαι
.
315
Τροφός
μέν
,
ὦ
παῖ
,
χεῖρας
αἵματος
φορεῖς
;
μέν
,
ὦ
παῖ
,
χεῖρας
αἵματος
φορεῖς
;
Φαίδρα
μὲν
ἁγναί
,
φρὴν
δ’
ἔχει
μίασμά
τι
.
μὲν
ἁγναί
,
φρὴν
δ’
ἔχει
μίασμά
τι
.
Τροφός
ἐξ
ἐπακτοῦ
πημονῆς
ἐχθρῶν
τινος
;
ἐξ
ἐπακτοῦ
πημονῆς
ἐχθρῶν
τινος
;
Φαίδρα
μ’
ἀπόλλυσ’
οὐχ
ἑκοῦσαν
οὐχ
ἑκών
.
μ’
ἀπόλλυσ’
οὐχ
ἑκοῦσαν
οὐχ
ἑκών
.
Τροφός
τιν’
ἡμάρτηκεν
ἐς
σ’
ἁμαρτίαν
;
320
τιν’
ἡμάρτηκεν
ἐς
σ’
ἁμαρτίαν
;
320
Φαίδρα
δρῶσ’
ἔγωγ’
ἐκεῖνον
ὀφθείην
κακῶς
.
δρῶσ’
ἔγωγ’
ἐκεῖνον
ὀφθείην
κακῶς
.
Τροφός
γὰρ
τὸ
δεινὸν
τοῦθ’
ὅ
σ’
ἐξαίρει
θανεῖν
;
γὰρ
τὸ
δεινὸν
τοῦθ’
ὅ
σ’
ἐξαίρει
θανεῖν
;
Φαίδρα
μ’
ἁμαρτεῖν
·
οὐ
γὰρ
ἐς
σὲ
ἁμαρτάνω
.
μ’
ἁμαρτεῖν
·
οὐ
γὰρ
ἐς
σὲ
ἁμαρτάνω
.
Τροφός
δῆθ’
ἑκοῦσά
γ’
,
ἐν
δὲ
σοὶ
λελείψομαι
.
δῆθ’
ἑκοῦσά
γ’
,
ἐν
δὲ
σοὶ
λελείψομαι
.
Φαίδρα
δρᾷς
;
βιάζῃ
χειρὸς
ἐξαρτωμένη
;
325
δρᾷς
;
βιάζῃ
χειρὸς
ἐξαρτωμένη
;
325
Τροφός
σῶν
γε
γονάτων
,
κοὐ
μεθήσομαί
ποτε
.
σῶν
γε
γονάτων
,
κοὐ
μεθήσομαί
ποτε
.
Φαίδρα
,
ὦ
τάλαινα
,
σοὶ
τάδ’
,
εἰ
πεύσῃ
,
κακά
.
,
ὦ
τάλαινα
,
σοὶ
τάδ’
,
εἰ
πεύσῃ
,
κακά
.
Τροφός
γὰρ
ἢ
σοῦ
μὴ
τυχεῖν
τί
μοι
κακόν
;
γὰρ
ἢ
σοῦ
μὴ
τυχεῖν
τί
μοι
κακόν
;
Φαίδρα
·
τὸ
μέντοι
πρᾶγμ’
ἐμοὶ
τιμὴν
φέρει
.
·
τὸ
μέντοι
πρᾶγμ’
ἐμοὶ
τιμὴν
φέρει
.
Τροφός
κρύπτεις
χρήσθ’
ἱκνουμένης
ἐμοῦ
;
330
κρύπτεις
χρήσθ’
ἱκνουμένης
ἐμοῦ
;
330
Φαίδρα
τῶν
γὰρ
αἰσχρῶν
ἐσθλὰ
μηχανώμεθα
.
τῶν
γὰρ
αἰσχρῶν
ἐσθλὰ
μηχανώμεθα
.
Τροφός
λέγουσα
τιμιωτέρα
φανῇ
.
λέγουσα
τιμιωτέρα
φανῇ
.
Φαίδρα
πρὸς
θεῶν
δεξιᾶς
τ’
ἐμῆς
μέθες
.
πρὸς
θεῶν
δεξιᾶς
τ’
ἐμῆς
μέθες
.
Τροφός
δῆτ’
,
ἐπεί
μοι
δῶρον
οὐ
δίδως
ὃ
χρῆν
.
δῆτ’
,
ἐπεί
μοι
δῶρον
οὐ
δίδως
ὃ
χρῆν
.
Φαίδρα
·
σέβας
γὰρ
χειρὸς
αἰδοῦμαι
τὸ
σόν
.
335
·
σέβας
γὰρ
χειρὸς
αἰδοῦμαι
τὸ
σόν
.
335
Τροφός
ἂν
ἤδη
·
σὸς
γὰρ
οὑντεῦθεν
λόγος
.
ἂν
ἤδη
·
σὸς
γὰρ
οὑντεῦθεν
λόγος
.
Φαίδρα
τλῆμον
,
οἷον
,
μῆτερ
,
ἠράσθης
ἔρον
,
τλῆμον
,
οἷον
,
μῆτερ
,
ἠράσθης
ἔρον
,
Τροφός
ἔσχε
Ταύρου
,
τέκνον
,
ἢ
τί
φῂς
τόδε
;
ἔσχε
Ταύρου
,
τέκνον
,
ἢ
τί
φῂς
τόδε
;
Φαίδρα
τ’
,
ὦ
τάλαιν
’
ὅμαιμε
,
Διονύσου
δάμαρ
,
τ’
,
ὦ
τάλαιν
’
ὅμαιμε
,
Διονύσου
δάμαρ
,
Τροφός
,
τί
πάσχεις
;
συγγόνους
κακορροθεῖς
;
340
,
τί
πάσχεις
;
συγγόνους
κακορροθεῖς
;
340
Φαίδρα
δ’
ἐγὼ
δύστηνος
ὡς
ἀπόλλυμαι
.
δ’
ἐγὼ
δύστηνος
ὡς
ἀπόλλυμαι
.
Τροφός
τοι
πέπληγμαι
·
ποῖ
προβήσεται
λόγος
;
τοι
πέπληγμαι
·
ποῖ
προβήσεται
λόγος
;
Φαίδρα
ἡμεῖς
,
οὐ
νεωστί
,
δυστυχεῖς
.
ἡμεῖς
,
οὐ
νεωστί
,
δυστυχεῖς
.
Τροφός
τι
μᾶλλον
οἶδ’
ἃ
βούλομαι
κλύειν
.
τι
μᾶλλον
οἶδ’
ἃ
βούλομαι
κλύειν
.
Φαίδρα
·
345
ἂν
σύ
μοι
λέξειας
ἁμὲ
χρὴ
λέγειν
;
·
345
ἂν
σύ
μοι
λέξειας
ἁμὲ
χρὴ
λέγειν
;
Τροφός
μάντις
εἰμὶ
τἀφανῆ
γνῶναι
σαφῶς
.
μάντις
εἰμὶ
τἀφανῆ
γνῶναι
σαφῶς
.
Φαίδρα
τοῦθ’
,
ὃ
δὴ
λέγουσιν
ἀνθρώπους
,
ἐρᾶν
;
τοῦθ’
,
ὃ
δὴ
λέγουσιν
ἀνθρώπους
,
ἐρᾶν
;
Τροφός
,
ὦ
παῖ
,
ταὐτὸν
ἀλγεινόν
θ’
ἅμα
.
,
ὦ
παῖ
,
ταὐτὸν
ἀλγεινόν
θ’
ἅμα
.
Φαίδρα
ἂν
εἶμεν
θατέρῳ
κεχρημένοι
.
ἂν
εἶμεν
θατέρῳ
κεχρημένοι
.
Τροφός
φῄς
;
ἐρᾷς
,
ὦ
τέκνον
;
ἀνθρώπων
τίνος
;
350
φῄς
;
ἐρᾷς
,
ὦ
τέκνον
;
ἀνθρώπων
τίνος
;
350
Φαίδρα
ποθ’
οὗτός
ἐσθ’
,
ὁ
τῆς
Ἀμαζόνος
Ἱππόλυτον
ποθ’
οὗτός
ἐσθ’
,
ὁ
τῆς
Ἀμαζόνος
Ἱππόλυτον
Τροφός
αὐδᾷς
;
αὐδᾷς
;
Φαίδρα
τάδ’
,
οὐκ
ἐμοῦ
κλύεις
.
τάδ’
,
οὐκ
ἐμοῦ
κλύεις
.
Τροφός
,
τί
λέξεις
,
τέκνον
;
ὥς
μ’
ἀπώλεσας
.
,
οὐκ
ἀνασχέτ’
·
οὐκ
ἀνέξομαι
·
ἐχθρὸν
ἦμαρ
,
ἐχθρὸν
εἰσορῶ
φάος
.
355
μεθήσω
σῶμ’
,
ἀπαλλαχθήσομαι
θανοῦσα
·
χαίρετ’
·
οὐκέτ’
εἴμ’
ἐγώ
.
σώφρονες
γὰρ
οὐχ
ἑκόντες
,
ἀλλ’
ὅμως
ἐρῶσι
.
Κύπρις
οὐκ
ἄρ’
ἦν
θεός
,
εἴ
τι
μεῖζον
ἄλλο
γίγνεται
θεοῦ
,
360
τήνδε
κἀμὲ
καὶ
δόμους
ἀπώλεσεν
.
,
τί
λέξεις
,
τέκνον
;
ὥς
μ’
ἀπώλεσας
.
,
οὐκ
ἀνασχέτ’
·
οὐκ
ἀνέξομαι
·
ἐχθρὸν
ἦμαρ
,
ἐχθρὸν
εἰσορῶ
φάος
.
355
μεθήσω
σῶμ’
,
ἀπαλλαχθήσομαι
θανοῦσα
·
χαίρετ’
·
οὐκέτ’
εἴμ’
ἐγώ
.
σώφρονες
γὰρ
οὐχ
ἑκόντες
,
ἀλλ’
ὅμως
ἐρῶσι
.
Κύπρις
οὐκ
ἄρ’
ἦν
θεός
,
εἴ
τι
μεῖζον
ἄλλο
γίγνεται
θεοῦ
,
360
τήνδε
κἀμὲ
καὶ
δόμους
ἀπώλεσεν
.
str.
1
Χορός
ὤ
,
ἔκλυες
ὤ
,
τᾶς
πάθεα
μέλεα
θρεομένας
;
—
ὀλοίμαν
ἔγωγε
,
πρὶν
σὰν
φιλίαν
φρενῶν
.
ἰώ
μοι
,
φεῦ
φεῦ
.
365
—
ὦ
τάλαινα
τῶνδ’
ἀλγέων
·
—
ὦ
πόνοι
τρέφοντες
βροτούς
.
—
ὄλωλας
,
ἐξέφηνας
ἐς
φάος
κακά
.
—
τίς
σε
παναμέριος
ὅδε
χρόνος
μένει
;
—
τελευτάσεταί
τι
καινὸν
δόμοις
.
370
—
ἄσημα
δ’
οὐκέτ’
ἐστὶν
οἷ
φθίνει
τύχα
,
ὦ
τάλαινα
παῖ
Κρησία
.
ὤ
,
ἔκλυες
ὤ
,
τᾶς
πάθεα
μέλεα
θρεομένας
;
—
ὀλοίμαν
ἔγωγε
,
πρὶν
σὰν
φιλίαν
φρενῶν
.
ἰώ
μοι
,
φεῦ
φεῦ
.
365
—
ὦ
τάλαινα
τῶνδ’
ἀλγέων
·
—
ὦ
πόνοι
τρέφοντες
βροτούς
.
—
ὄλωλας
,
ἐξέφηνας
ἐς
φάος
κακά
.
—
τίς
σε
παναμέριος
ὅδε
χρόνος
μένει
;
—
τελευτάσεταί
τι
καινὸν
δόμοις
.
370
—
ἄσημα
δ’
οὐκέτ’
ἐστὶν
οἷ
φθίνει
τύχα
,
ὦ
τάλαινα
παῖ
Κρησία
.
Φαίδρα
γυναῖκες
,
αἳ
τόδ’
ἔσχατον
χώρας
Πελοπίας
προνώπιον
,
ποτ’
ἄλλως
νυκτὸς
ἐν
μακρῷ
χρόνῳ
375
ἐφρόντισ’
ᾗ
διέφθαρται
βίος
.
μοι
δοκοῦσιν
οὐ
κατὰ
γνώμης
φύσιν
κάκιον
·
ἔστι
γὰρ
τό
γ’
εὖ
φρονεῖν
·
ἀλλὰ
τῇδ’
ἀθρητέον
τόδε
·
χρήστ’
ἐπιστάμεσθα
καὶ
γιγνώσκομεν
,
380
ἐκπονοῦμεν
δ’
,
οἳ
μὲν
ἀργίας
ὕπο
,
δ’
ἡδονὴν
προθέντες
ἀντὶ
τοῦ
καλοῦ
τιν’
.
εἰσὶ
δ’
ἡδοναὶ
πολλαὶ
βίου
,
τε
λέσχαι
καὶ
σχολή
,
τερπνὸν
κακόν
,
τε
.
δισσαὶ
δ’
εἰσίν
,
ἣ
μὲν
οὐ
κακή
,
385
δ’
ἄχθος
οἴκων
.
εἰ
δ’
ὁ
καιρὸς
ἦν
σαφής
,
ἂν
δύ’
ἤστην
ταὔτ’
ἔχοντε
γράμματα
.
οὖν
ἐπειδὴ
τυγχάνω
φρονοῦσ’
ἐγώ
,
ἔσθ’
ὁποίῳ
φαρμάκῳ
διαφθερεῖν
,
ὥστε
τοὔμπαλιν
πεσεῖν
φρενῶν
.
390
δὲ
καὶ
σοὶ
τῆς
ἐμῆς
γνώμης
ὁδόν
·
μ’
ἔρως
ἔτρωσεν
,
ἐσκόπουν
ὅπως
ἐνέγκαιμ’
αὐτόν
.
ἠρξάμην
μὲν
οὖν
τοῦδε
,
σιγᾶν
τήνδε
καὶ
κρύπτειν
νόσον
.
γὰρ
οὐδὲν
πιστόν
,
ἣ
θυραῖα
μὲν
395
ἀνδρῶν
νουθετεῖν
ἐπίσταται
,
δ’
ὑφ’
αὑτῆς
πλεῖστα
κέκτηται
κακά
.
δεύτερον
δὲ
τὴν
ἄνοιαν
εὖ
φέρειν
σωφρονεῖν
νικῶσα
προυνοησάμην
.
δ’
,
ἐπειδὴ
τοισίδ’
οὐκ
ἐξήνυτον
400
κρατῆσαι
,
κατθανεῖν
ἔδοξέ
μοι
,
—
οὐδεὶς
ἀντερεῖ
—
βουλευμάτων
.
γὰρ
εἴη
μήτε
λανθάνειν
καλὰ
αἰσχρὰ
δρώσῃ
μάρτυρας
πολλοὺς
ἔχειν
.
δ’
ἔργον
ᾔδη
τὴν
νόσον
τε
δυσκλεᾶ
,
405
τε
πρὸς
τοῖσδ’
οὖσ’
ἐγίγνωσκον
καλῶς
,
πᾶσιν
.
ὡς
ὄλοιτο
παγκάκως
πρὸς
ἄνδρας
ἤρξατ’
αἰσχύνειν
λέχη
θυραίους
.
ἐκ
δὲ
γενναίων
δόμων
ἦρξε
θηλείαισι
γίγνεσθαι
κακόν
.
410
γὰρ
αἰσχρὰ
τοῖσιν
ἐσθλοῖσιν
δοκῇ
,
κάρτα
δόξει
τοῖς
κακοῖς
γ’
εἶναι
καλά
.
δὲ
καὶ
τὰς
σώφρονας
μὲν
ἐν
λόγοις
,
δὲ
τόλμας
οὐ
καλὰς
κεκτημένας
.
πῶς
ποτ’
,
ὦ
δέσποινα
ποντία
Κύπρι
,
415
ἐς
πρόσωπα
τῶν
ξυνευνετῶν
σκότον
φρίσσουσι
τὸν
ξυνεργάτην
τ’
οἴκων
μή
ποτε
φθογγὴν
ἀφῇ
;
γὰρ
αὐτὸ
τοῦτ’
ἀποκτείνει
,
φίλαι
,
μήποτ’
ἄνδρα
τὸν
ἐμὸν
αἰσχύνασ’
ἁλῶ
,
420
παῖδας
οὓς
ἔτικτον
·
ἀλλ’
ἐλεύθεροι
θάλλοντες
οἰκοῖεν
πόλιν
Ἀθηνῶν
,
μητρὸς
οὕνεκ’
εὐκλεεῖς
.
γὰρ
ἄνδρα
,
κἂν
θρασύσπλαγχνός
τις
ᾖ
,
ξυνειδῇ
μητρὸς
ἢ
πατρὸς
κακά
.
425
δὲ
τοῦτό
φασ’
ἁμιλλᾶσθαι
βίῳ
,
δικαίαν
κἀγαθήν
,
ὅτῳ
παρῇ
.
δὲ
θνητῶν
ἐξέφην’
,
ὅταν
τύχῃ
,
κάτοπτρον
ὥστε
παρθένῳ
νέᾳ
·
παρ’
οἷσι
μήποτ’
ὀφθείην
ἐγώ
.
430
γυναῖκες
,
αἳ
τόδ’
ἔσχατον
χώρας
Πελοπίας
προνώπιον
,
ποτ’
ἄλλως
νυκτὸς
ἐν
μακρῷ
χρόνῳ
375
ἐφρόντισ’
ᾗ
διέφθαρται
βίος
.
μοι
δοκοῦσιν
οὐ
κατὰ
γνώμης
φύσιν
κάκιον
·
ἔστι
γὰρ
τό
γ’
εὖ
φρονεῖν
·
ἀλλὰ
τῇδ’
ἀθρητέον
τόδε
·
χρήστ’
ἐπιστάμεσθα
καὶ
γιγνώσκομεν
,
380
ἐκπονοῦμεν
δ’
,
οἳ
μὲν
ἀργίας
ὕπο
,
δ’
ἡδονὴν
προθέντες
ἀντὶ
τοῦ
καλοῦ
τιν’
.
εἰσὶ
δ’
ἡδοναὶ
πολλαὶ
βίου
,
τε
λέσχαι
καὶ
σχολή
,
τερπνὸν
κακόν
,
τε
.
δισσαὶ
δ’
εἰσίν
,
ἣ
μὲν
οὐ
κακή
,
385
δ’
ἄχθος
οἴκων
.
εἰ
δ’
ὁ
καιρὸς
ἦν
σαφής
,
ἂν
δύ’
ἤστην
ταὔτ’
ἔχοντε
γράμματα
.
οὖν
ἐπειδὴ
τυγχάνω
φρονοῦσ’
ἐγώ
,
ἔσθ’
ὁποίῳ
φαρμάκῳ
διαφθερεῖν
,
ὥστε
τοὔμπαλιν
πεσεῖν
φρενῶν
.
390
δὲ
καὶ
σοὶ
τῆς
ἐμῆς
γνώμης
ὁδόν
·
μ’
ἔρως
ἔτρωσεν
,
ἐσκόπουν
ὅπως
ἐνέγκαιμ’
αὐτόν
.
ἠρξάμην
μὲν
οὖν
τοῦδε
,
σιγᾶν
τήνδε
καὶ
κρύπτειν
νόσον
.
γὰρ
οὐδὲν
πιστόν
,
ἣ
θυραῖα
μὲν
395
ἀνδρῶν
νουθετεῖν
ἐπίσταται
,
δ’
ὑφ’
αὑτῆς
πλεῖστα
κέκτηται
κακά
.
δεύτερον
δὲ
τὴν
ἄνοιαν
εὖ
φέρειν
σωφρονεῖν
νικῶσα
προυνοησάμην
.
δ’
,
ἐπειδὴ
τοισίδ’
οὐκ
ἐξήνυτον
400
κρατῆσαι
,
κατθανεῖν
ἔδοξέ
μοι
,
—
οὐδεὶς
ἀντερεῖ
—
βουλευμάτων
.
γὰρ
εἴη
μήτε
λανθάνειν
καλὰ
αἰσχρὰ
δρώσῃ
μάρτυρας
πολλοὺς
ἔχειν
.
δ’
ἔργον
ᾔδη
τὴν
νόσον
τε
δυσκλεᾶ
,
405
τε
πρὸς
τοῖσδ’
οὖσ’
ἐγίγνωσκον
καλῶς
,
πᾶσιν
.
ὡς
ὄλοιτο
παγκάκως
πρὸς
ἄνδρας
ἤρξατ’
αἰσχύνειν
λέχη
θυραίους
.
ἐκ
δὲ
γενναίων
δόμων
ἦρξε
θηλείαισι
γίγνεσθαι
κακόν
.
410
γὰρ
αἰσχρὰ
τοῖσιν
ἐσθλοῖσιν
δοκῇ
,
κάρτα
δόξει
τοῖς
κακοῖς
γ’
εἶναι
καλά
.
δὲ
καὶ
τὰς
σώφρονας
μὲν
ἐν
λόγοις
,
δὲ
τόλμας
οὐ
καλὰς
κεκτημένας
.
πῶς
ποτ’
,
ὦ
δέσποινα
ποντία
Κύπρι
,
415
ἐς
πρόσωπα
τῶν
ξυνευνετῶν
σκότον
φρίσσουσι
τὸν
ξυνεργάτην
τ’
οἴκων
μή
ποτε
φθογγὴν
ἀφῇ
;
γὰρ
αὐτὸ
τοῦτ’
ἀποκτείνει
,
φίλαι
,
μήποτ’
ἄνδρα
τὸν
ἐμὸν
αἰσχύνασ’
ἁλῶ
,
420
παῖδας
οὓς
ἔτικτον
·
ἀλλ’
ἐλεύθεροι
θάλλοντες
οἰκοῖεν
πόλιν
Ἀθηνῶν
,
μητρὸς
οὕνεκ’
εὐκλεεῖς
.
γὰρ
ἄνδρα
,
κἂν
θρασύσπλαγχνός
τις
ᾖ
,
ξυνειδῇ
μητρὸς
ἢ
πατρὸς
κακά
.
425
δὲ
τοῦτό
φασ’
ἁμιλλᾶσθαι
βίῳ
,
δικαίαν
κἀγαθήν
,
ὅτῳ
παρῇ
.
δὲ
θνητῶν
ἐξέφην’
,
ὅταν
τύχῃ
,
κάτοπτρον
ὥστε
παρθένῳ
νέᾳ
·
παρ’
οἷσι
μήποτ’
ὀφθείην
ἐγώ
.
430
Χορός
φεῦ
·
τὸ
σῶφρον
ὡς
ἁπανταχοῦ
καλὸν
δόξαν
ἐσθλὴν
ἐν
βροτοῖς
καρπίζεται
.
φεῦ
·
τὸ
σῶφρον
ὡς
ἁπανταχοῦ
καλὸν
δόξαν
ἐσθλὴν
ἐν
βροτοῖς
καρπίζεται
.
Τροφός
,
ἐμοί
τοι
συμφορὰ
μὲν
ἀρτίως
σὴ
παρέσχε
δεινὸν
ἐξαίφνης
φόβον
·
δ’
ἐννοοῦμαι
φαῦλος
οὖσα
·
κἀν
βροτοῖς
435
δεύτεραί
πως
φροντίδες
σοφώτεραι
.
γὰρ
περισσὸν
οὐδὲν
οὐδ’
ἔξω
λόγου
·
ὀργαὶ
δ’
ἐς
σ’
ἀπέσκηψαν
θεᾶς
.
·
τί
τοῦτο
θαῦμα
;
σὺν
πολλοῖς
βροτῶν
.
ἔρωτος
οὕνεκα
ψυχὴν
ὀλεῖς
;
440
τἄρα
λύει
τοῖς
ἐρῶσι
τῶν
πέλας
,
τε
μέλλουσ’
,
εἰ
θανεῖν
αὐτοὺς
χρεών
·
γὰρ
οὐ
φορητός
,
ἢν
πολλὴ
ῥυῇ
·
τὸν
μὲν
εἴκονθ’
ἡσυχῇ
μετέρχεται
,
δ’
ἂν
περισσὸν
καὶ
φρονοῦνθ’
εὕρῃ
μέγα
,
445
λαβοῦσα
—
πῶς
δοκεῖς
;
—
καθύβρισεν
.
δ’
ἀν’
αἰθέρ’
,
ἔστι
δ’
ἐν
θαλασσίῳ
Κύπρις
,
πάντα
δ’
ἐκ
ταύτης
ἔφυ
·
ἐστὶν
ἡ
σπείρουσα
καὶ
διδοῦσ’
ἔρον
πάντες
ἐσμὲν
οἱ
κατὰ
χθόν’
ἔγγονοι
.
450
μὲν
οὖν
γραφάς
τε
τῶν
παλαιτέρων
αὐτοί
τ’
εἰσὶν
ἐν
μούσαις
ἀεί
,
μὲν
Ζεὺς
ὥς
ποτ’
ἠράσθη
γάμων
,
ἴσασι
δ’
ὡς
ἀνήρπασέν
ποτε
καλλιφεγγὴς
Κέφαλον
ἐς
θεοὺς
Ἕως
455
εἵνεκ’
·
ἀλλ’
ὅμως
ἐν
οὐρανῷ
κοὐ
φεύγουσιν
ἐκποδὼν
θεούς
,
δ’
,
οἶμαι
,
ξυμφορᾷ
νικώμενοι
.
δ’
οὐκ
ἀνέξῃ
;
χρῆν
σ’
ἐπὶ
ῥητοῖς
ἄρα
φυτεύειν
,
ἢ
’πὶ
δεσπόταις
θεοῖς
460
,
εἰ
μὴ
τούσδε
γε
στέρξεις
νόμους
.
δοκεῖς
δὴ
κάρτ’
ἔχοντας
εὖ
φρενῶν
ὁρῶντας
λέκτρα
μὴ
δοκεῖν
ὁρᾶν
;
δὲ
παισὶ
πατέρας
ἡμαρτηκόσι
Κύπριν
;
ἐν
σοφοῖσι
γὰρ
465
ἐστὶ
θνητῶν
,
λανθάνειν
τὰ
μὴ
καλά
.
ἐκπονεῖν
τοι
χρὴ
βίον
λίαν
βροτούς
·
στέγην
γὰρ
ἧς
κατηρεφεῖς
δόμοι
ἀκριβώσειαν
·
ἐς
δὲ
τὴν
τύχην
ὅσην
σὺ
πῶς
ἂν
ἐκνεῦσαι
δοκεῖς
;
470
,
εἰ
τὰ
πλείω
χρηστὰ
τῶν
κακῶν
ἔχεις
,
οὖσα
,
κάρτα
γ’
εὖ
πράξειας
ἄν
.
,
ὦ
φίλη
παῖ
,
λῆγε
μὲν
κακῶν
φρενῶν
,
δ’
ὑβρίζουσ’
·
οὐ
γὰρ
ἄλλο
πλὴν
ὕβρις
ἐστί
,
κρείσσω
δαιμόνων
εἶναι
θέλειν
·
475
δ’
ἐρῶσα
·
θεὸς
ἐβουλήθη
τάδε
.
δ’
εὖ
πως
τὴν
νόσον
καταστρέφου
.
δ’
ἐπῳδαὶ
καὶ
λόγοι
θελκτήριοι
·
τι
τῆσδε
φάρμακον
νόσου
.
τἄρ’
ἂν
ὀψέ
γ’
ἄνδρες
ἐξεύροιεν
ἄν
,
480
μὴ
γυναῖκες
μηχανὰς
εὑρήσομεν
.
,
ἐμοί
τοι
συμφορὰ
μὲν
ἀρτίως
σὴ
παρέσχε
δεινὸν
ἐξαίφνης
φόβον
·
δ’
ἐννοοῦμαι
φαῦλος
οὖσα
·
κἀν
βροτοῖς
435
δεύτεραί
πως
φροντίδες
σοφώτεραι
.
γὰρ
περισσὸν
οὐδὲν
οὐδ’
ἔξω
λόγου
·
ὀργαὶ
δ’
ἐς
σ’
ἀπέσκηψαν
θεᾶς
.
·
τί
τοῦτο
θαῦμα
;
σὺν
πολλοῖς
βροτῶν
.
ἔρωτος
οὕνεκα
ψυχὴν
ὀλεῖς
;
440
τἄρα
λύει
τοῖς
ἐρῶσι
τῶν
πέλας
,
τε
μέλλουσ’
,
εἰ
θανεῖν
αὐτοὺς
χρεών
·
γὰρ
οὐ
φορητός
,
ἢν
πολλὴ
ῥυῇ
·
τὸν
μὲν
εἴκονθ’
ἡσυχῇ
μετέρχεται
,
δ’
ἂν
περισσὸν
καὶ
φρονοῦνθ’
εὕρῃ
μέγα
,
445
λαβοῦσα
—
πῶς
δοκεῖς
;
—
καθύβρισεν
.
δ’
ἀν’
αἰθέρ’
,
ἔστι
δ’
ἐν
θαλασσίῳ
Κύπρις
,
πάντα
δ’
ἐκ
ταύτης
ἔφυ
·
ἐστὶν
ἡ
σπείρουσα
καὶ
διδοῦσ’
ἔρον
πάντες
ἐσμὲν
οἱ
κατὰ
χθόν’
ἔγγονοι
.
450
μὲν
οὖν
γραφάς
τε
τῶν
παλαιτέρων
αὐτοί
τ’
εἰσὶν
ἐν
μούσαις
ἀεί
,
μὲν
Ζεὺς
ὥς
ποτ’
ἠράσθη
γάμων
,
ἴσασι
δ’
ὡς
ἀνήρπασέν
ποτε
καλλιφεγγὴς
Κέφαλον
ἐς
θεοὺς
Ἕως
455
εἵνεκ’
·
ἀλλ’
ὅμως
ἐν
οὐρανῷ
κοὐ
φεύγουσιν
ἐκποδὼν
θεούς
,
δ’
,
οἶμαι
,
ξυμφορᾷ
νικώμενοι
.
δ’
οὐκ
ἀνέξῃ
;
χρῆν
σ’
ἐπὶ
ῥητοῖς
ἄρα
φυτεύειν
,
ἢ
’πὶ
δεσπόταις
θεοῖς
460
,
εἰ
μὴ
τούσδε
γε
στέρξεις
νόμους
.
δοκεῖς
δὴ
κάρτ’
ἔχοντας
εὖ
φρενῶν
ὁρῶντας
λέκτρα
μὴ
δοκεῖν
ὁρᾶν
;
δὲ
παισὶ
πατέρας
ἡμαρτηκόσι
Κύπριν
;
ἐν
σοφοῖσι
γὰρ
465
ἐστὶ
θνητῶν
,
λανθάνειν
τὰ
μὴ
καλά
.
ἐκπονεῖν
τοι
χρὴ
βίον
λίαν
βροτούς
·
στέγην
γὰρ
ἧς
κατηρεφεῖς
δόμοι
ἀκριβώσειαν
·
ἐς
δὲ
τὴν
τύχην
ὅσην
σὺ
πῶς
ἂν
ἐκνεῦσαι
δοκεῖς
;
470
,
εἰ
τὰ
πλείω
χρηστὰ
τῶν
κακῶν
ἔχεις
,
οὖσα
,
κάρτα
γ’
εὖ
πράξειας
ἄν
.
,
ὦ
φίλη
παῖ
,
λῆγε
μὲν
κακῶν
φρενῶν
,
δ’
ὑβρίζουσ’
·
οὐ
γὰρ
ἄλλο
πλὴν
ὕβρις
ἐστί
,
κρείσσω
δαιμόνων
εἶναι
θέλειν
·
475
δ’
ἐρῶσα
·
θεὸς
ἐβουλήθη
τάδε
.
δ’
εὖ
πως
τὴν
νόσον
καταστρέφου
.
δ’
ἐπῳδαὶ
καὶ
λόγοι
θελκτήριοι
·
τι
τῆσδε
φάρμακον
νόσου
.
τἄρ’
ἂν
ὀψέ
γ’
ἄνδρες
ἐξεύροιεν
ἄν
,
480
μὴ
γυναῖκες
μηχανὰς
εὑρήσομεν
.
Χορός
,
λέγει
μὲν
ἥδε
χρησιμώτερα
τὴν
παροῦσαν
ξυμφοράν
,
αἰνῶ
δὲ
σέ
.
δ’
αἶνος
οὗτος
δυσχερέστερος
λόγων
τῆσδε
καὶ
σοὶ
μᾶλλον
ἀλγίων
κλύειν
.
485
,
λέγει
μὲν
ἥδε
χρησιμώτερα
τὴν
παροῦσαν
ξυμφοράν
,
αἰνῶ
δὲ
σέ
.
δ’
αἶνος
οὗτος
δυσχερέστερος
λόγων
τῆσδε
καὶ
σοὶ
μᾶλλον
ἀλγίων
κλύειν
.
485
Φαίδρα
ἔσθ’
ὃ
θνητῶν
εὖ
πόλεις
οἰκουμένας
τ’
ἀπόλλυσ’
,
οἱ
καλοὶ
λίαν
λόγοι
.
γὰρ
τὰ
τοῖσιν
ὠσὶ
τερπνὰ
χρὴ
λέγειν
,
ἐξ
ὅτου
τις
εὐκλεὴς
γενήσεται
.
ἔσθ’
ὃ
θνητῶν
εὖ
πόλεις
οἰκουμένας
τ’
ἀπόλλυσ’
,
οἱ
καλοὶ
λίαν
λόγοι
.
γὰρ
τὰ
τοῖσιν
ὠσὶ
τερπνὰ
χρὴ
λέγειν
,
ἐξ
ὅτου
τις
εὐκλεὴς
γενήσεται
.
Τροφός
σεμνομυθεῖς
;
οὐ
λόγων
εὐσχημόνων
490
σ’
,
ἀλλὰ
τἀνδρός
.
—
ὡς
τάχος
διοιστέον
,
εὐθὺν
ἐξειπόντας
ἀμφὶ
σοῦ
λόγον
.
μὲν
γὰρ
ἦν
σοι
μὴ
’πὶ
συμφοραῖς
βίος
,
σώφρων
δ’
οὖσ’
ἐτύγχανες
γυνή
,
ἄν
ποτ’
εὐνῆς
οὕνεχ’
ἡδονῆς
τε
σῆς
495
ἄν
σε
δεῦρο
·
νῦν
δ’
ἀγὼν
μέγας
βίον
σόν
,
κοὐκ
ἐπίφθονον
τόδε
.
σεμνομυθεῖς
;
οὐ
λόγων
εὐσχημόνων
490
σ’
,
ἀλλὰ
τἀνδρός
.
—
ὡς
τάχος
διοιστέον
,
εὐθὺν
ἐξειπόντας
ἀμφὶ
σοῦ
λόγον
.
μὲν
γὰρ
ἦν
σοι
μὴ
’πὶ
συμφοραῖς
βίος
,
σώφρων
δ’
οὖσ’
ἐτύγχανες
γυνή
,
ἄν
ποτ’
εὐνῆς
οὕνεχ’
ἡδονῆς
τε
σῆς
495
ἄν
σε
δεῦρο
·
νῦν
δ’
ἀγὼν
μέγας
βίον
σόν
,
κοὐκ
ἐπίφθονον
τόδε
.
Φαίδρα
δεινὰ
λέξασ’
,
οὐχὶ
συγκλῄσεις
στόμα
μὴ
μεθήσεις
αὖθις
αἰσχίστους
λόγους
;
δεινὰ
λέξασ’
,
οὐχὶ
συγκλῄσεις
στόμα
μὴ
μεθήσεις
αὖθις
αἰσχίστους
λόγους
;
Τροφός
,
ἀλλ’
ἀμείνω
τῶν
καλῶν
τάδ’
ἐστί
σοι
.
500
δὲ
τοὔργον
,
εἴπερ
ἐκσώσει
γέ
σε
,
τοὔνομ’
,
ᾧ
σὺ
κατθανῇ
γαυρουμένη
.
,
ἀλλ’
ἀμείνω
τῶν
καλῶν
τάδ’
ἐστί
σοι
.
500
δὲ
τοὔργον
,
εἴπερ
ἐκσώσει
γέ
σε
,
τοὔνομ’
,
ᾧ
σὺ
κατθανῇ
γαυρουμένη
.
Φαίδρα
μή
σε
πρὸς
θεῶν
—
εὖ
λέγεις
γάρ
,
αἰσχρὰ
δέ
—
προβῇς
τῶνδ’
·
ὡς
ὑπείργασμαι
μὲν
εὖ
ἔρωτι
,
τᾀσχρὰ
δ’
ἢν
λέγῃς
καλῶς
,
505
τοῦθ’
ὃ
φεύγω
νῦν
ἀναλωθήσομαι
.
μή
σε
πρὸς
θεῶν
—
εὖ
λέγεις
γάρ
,
αἰσχρὰ
δέ
—
προβῇς
τῶνδ’
·
ὡς
ὑπείργασμαι
μὲν
εὖ
ἔρωτι
,
τᾀσχρὰ
δ’
ἢν
λέγῃς
καλῶς
,
505
τοῦθ’
ὃ
φεύγω
νῦν
ἀναλωθήσομαι
.
Τροφός
τοι
δοκεῖ
σοι
,
χρῆν
μὲν
οὔ
σ’
ἁμαρτάνειν
·
δ’
οὖν
,
πιθοῦ
μοι
·
δευτέρα
γὰρ
ἡ
χάρις
.
κατ’
οἴκους
φίλτρα
μοι
θελκτήρια
,
ἦλθε
δ’
ἄρτι
μοι
γνώμης
ἔσω
,
510
σ’
οὔτ’
ἐπ’
αἰσχροῖς
οὔτ’
ἐπὶ
βλάβῃ
φρενῶν
νόσου
τῆσδ’
,
ἢν
σὺ
μὴ
γένῃ
κακή
.
δ’
ἐξ
ἐκείνου
δή
τι
τοῦ
ποθουμένου
,
ἢ
λόγον
τιν’
ἢ
πέπλων
ἄπο
,
συνάψαι
τ’
ἐκ
δυοῖν
μίαν
χάριν
.
515
τοι
δοκεῖ
σοι
,
χρῆν
μὲν
οὔ
σ’
ἁμαρτάνειν
·
δ’
οὖν
,
πιθοῦ
μοι
·
δευτέρα
γὰρ
ἡ
χάρις
.
κατ’
οἴκους
φίλτρα
μοι
θελκτήρια
,
ἦλθε
δ’
ἄρτι
μοι
γνώμης
ἔσω
,
510
σ’
οὔτ’
ἐπ’
αἰσχροῖς
οὔτ’
ἐπὶ
βλάβῃ
φρενῶν
νόσου
τῆσδ’
,
ἢν
σὺ
μὴ
γένῃ
κακή
.
δ’
ἐξ
ἐκείνου
δή
τι
τοῦ
ποθουμένου
,
ἢ
λόγον
τιν’
ἢ
πέπλων
ἄπο
,
συνάψαι
τ’
ἐκ
δυοῖν
μίαν
χάριν
.
515
Φαίδρα
δὲ
χριστὸν
ἢ
ποτὸν
τὸ
φάρμακον
;
δὲ
χριστὸν
ἢ
ποτὸν
τὸ
φάρμακον
;
Τροφός
οἶδ’
·
ὀνάσθαι
,
μὴ
μαθεῖν
βούλου
,
τέκνον
.
οἶδ’
·
ὀνάσθαι
,
μὴ
μαθεῖν
βούλου
,
τέκνον
.
Φαίδρα
ὅπως
μοι
μὴ
λίαν
φανῇς
σοφή
.
ὅπως
μοι
μὴ
λίαν
φανῇς
σοφή
.
Τροφός
ἂν
φοβηθεῖσ’
ἴσθι
·
δειμαίνεις
δὲ
τί
;
ἂν
φοβηθεῖσ’
ἴσθι
·
δειμαίνεις
δὲ
τί
;
Φαίδρα
μοί
τι
Θησέως
τῶνδε
μηνύσῃς
τόκῳ
.
520
μοί
τι
Θησέως
τῶνδε
μηνύσῃς
τόκῳ
.
520
Τροφός
,
ὦ
παῖ
·
ταῦτ’
ἐγὼ
θήσω
καλῶς
.
σύ
μοι
,
δέσποινα
ποντία
Κύπρι
,
εἴης
.
τἄλλα
δ’
οἷ’
ἐγὼ
φρονῶ
ἔνδον
ἡμῖν
ἀρκέσει
λέξαι
φίλοις
.
,
ὦ
παῖ
·
ταῦτ’
ἐγὼ
θήσω
καλῶς
.
σύ
μοι
,
δέσποινα
ποντία
Κύπρι
,
εἴης
.
τἄλλα
δ’
οἷ’
ἐγὼ
φρονῶ
ἔνδον
ἡμῖν
ἀρκέσει
λέξαι
φίλοις
.
Hippolytus. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.