Τροφός
ἔσωθεν
ἰοὺ
ἰού
·
βοηδρομεῖτε
πάντες
οἱ
πέλας
δόμων
·
ἐν
ἀγχόναις
δέσποινα
,
Θησέως
δάμαρ
.
ἰοὺ
ἰού
·
βοηδρομεῖτε
πάντες
οἱ
πέλας
δόμων
·
ἐν
ἀγχόναις
δέσποινα
,
Θησέως
δάμαρ
.
Χορός
—
φεῦ
φεῦ
,
πέπρακται
·
βασιλὶς
οὐκέτ’
ἔστι
δὴ
γυνή
,
κρεμαστοῖς
ἐν
βρόχοις
ἠρτημένη
.
—
φεῦ
φεῦ
,
πέπρακται
·
βασιλὶς
οὐκέτ’
ἔστι
δὴ
γυνή
,
κρεμαστοῖς
ἐν
βρόχοις
ἠρτημένη
.
Τροφός
οὐ
σπεύσετ’
;
οὐκ
οἴσει
τις
ἀμφιδέξιον
780
σίδηρον
,
ᾧ
τόδ’
ἅμμα
λύσομεν
δέρης
;
οὐ
σπεύσετ’
;
οὐκ
οἴσει
τις
ἀμφιδέξιον
780
σίδηρον
,
ᾧ
τόδ’
ἅμμα
λύσομεν
δέρης
;
Χορός
—
φίλαι
,
τί
δρῶμεν
;
ἢ
δοκεῖ
περᾶν
δόμους
λῦσαί
τ’
ἄνασσαν
ἐξ
ἐπισπαστῶν
βρόχων
;
—
τί
δ’
;
οὐ
πάρεισι
πρόσπολοι
νεανίαι
;
τὸ
πολλὰ
πράσσειν
οὐκ
ἐν
ἀσφαλεῖ
βίου
.
785
—
φίλαι
,
τί
δρῶμεν
;
ἢ
δοκεῖ
περᾶν
δόμους
λῦσαί
τ’
ἄνασσαν
ἐξ
ἐπισπαστῶν
βρόχων
;
—
τί
δ’
;
οὐ
πάρεισι
πρόσπολοι
νεανίαι
;
τὸ
πολλὰ
πράσσειν
οὐκ
ἐν
ἀσφαλεῖ
βίου
.
785
Τροφός
ὀρθώσατ’
ἐκτείνοντες
ἄθλιον
νέκυν
·
πικρὸν
τόδ’
οἰκούρημα
δεσπόταις
ἐμοῖς
.
ὀρθώσατ’
ἐκτείνοντες
ἄθλιον
νέκυν
·
πικρὸν
τόδ’
οἰκούρημα
δεσπόταις
ἐμοῖς
.
Χορός
—
ὄλωλεν
ἡ
δύστηνος
,
ὡς
κλύω
,
γυνή
·
ἤδη
γὰρ
ὡς
νεκρόν
νιν
ἐκτείνουσι
δή
.
—
ὄλωλεν
ἡ
δύστηνος
,
ὡς
κλύω
,
γυνή
·
ἤδη
γὰρ
ὡς
νεκρόν
νιν
ἐκτείνουσι
δή
.
Θησεύς
γυναῖκες
,
ἴστε
τίς
ποτ’
ἐν
δόμοις
βοή
;
790
ἠχὼ
βαρεῖα
προσπόλων
ἀφίκετο
.
οὐ
γάρ
τί
μ’
ὡς
θεωρὸν
ἀξιοῖ
δόμος
πύλας
ἀνοίξας
εὐφρόνως
προσεννέπειν
.
μῶν
Πιτθέως
τι
γῆρας
εἴργασται
νέον
;
πρόσω
μὲν
ἤδη
βίοτος
,
ἀλλ’
ὅμως
ἔτ’
ἂν
795
λυπηρὸς
ἡμῖν
τούσδ’
ἂν
ἐκλίποι
δόμους
.
γυναῖκες
,
ἴστε
τίς
ποτ’
ἐν
δόμοις
βοή
;
790
ἠχὼ
βαρεῖα
προσπόλων
ἀφίκετο
.
οὐ
γάρ
τί
μ’
ὡς
θεωρὸν
ἀξιοῖ
δόμος
πύλας
ἀνοίξας
εὐφρόνως
προσεννέπειν
.
μῶν
Πιτθέως
τι
γῆρας
εἴργασται
νέον
;
πρόσω
μὲν
ἤδη
βίοτος
,
ἀλλ’
ὅμως
ἔτ’
ἂν
795
λυπηρὸς
ἡμῖν
τούσδ’
ἂν
ἐκλίποι
δόμους
.
Χορός
οὐκ
ἐς
γέροντας
ἥδε
σοι
τείνει
τύχη
,
Θησεῦ
·
νέοι
θανόντες
ἀλγυνοῦσί
σε
.
οὐκ
ἐς
γέροντας
ἥδε
σοι
τείνει
τύχη
,
Θησεῦ
·
νέοι
θανόντες
ἀλγυνοῦσί
σε
.
Θησεύς
οἴμοι
·
τέκνων
μοι
μή
τι
συλᾶται
βίος
;
οἴμοι
·
τέκνων
μοι
μή
τι
συλᾶται
βίος
;
Χορός
ζῶσιν
,
θανούσης
μητρὸς
ὡς
ἄλγιστά
σοι
.
800
ζῶσιν
,
θανούσης
μητρὸς
ὡς
ἄλγιστά
σοι
.
800
Θησεύς
τί
φῄς
;
ὄλωλεν
ἄλοχος
;
ἐκ
τίνος
τύχης
;
τί
φῄς
;
ὄλωλεν
ἄλοχος
;
ἐκ
τίνος
τύχης
;
Χορός
βρόχον
κρεμαστὸν
ἀγχόνης
ἀνήψατο
.
βρόχον
κρεμαστὸν
ἀγχόνης
ἀνήψατο
.
Θησεύς
λύπῃ
παχνωθεῖσ’
,
ἢ
ἀπὸ
συμφορᾶς
τινος
;
λύπῃ
παχνωθεῖσ’
,
ἢ
ἀπὸ
συμφορᾶς
τινος
;
Χορός
τοσοῦτον
ἴσμεν
·
ἄρτι
γὰρ
κἀγὼ
δόμοις
,
Θησεῦ
,
πάρειμι
σῶν
κακῶν
πενθήτρια
.
805
τοσοῦτον
ἴσμεν
·
ἄρτι
γὰρ
κἀγὼ
δόμοις
,
Θησεῦ
,
πάρειμι
σῶν
κακῶν
πενθήτρια
.
805
Θησεύς
αἰαῖ
·
τί
δῆτα
τοῖσδ’
ἀνέστεμμαι
κάρα
πλεκτοῖσι
φύλλοις
,
δυστυχὴς
θεωρὸς
ὤν
;
χαλᾶτε
κλῇθρα
,
πρόσπολοι
,
πυλωμάτων
,
ἐκλύεθ’
ἁρμούς
,
ὡς
ἴδω
πικρὰν
θέαν
825
γυναικός
,
ἥ
με
κατθανοῦσ’
ἀπώλεσεν
.
810
αἰαῖ
·
τί
δῆτα
τοῖσδ’
ἀνέστεμμαι
κάρα
πλεκτοῖσι
φύλλοις
,
δυστυχὴς
θεωρὸς
ὤν
;
χαλᾶτε
κλῇθρα
,
πρόσπολοι
,
πυλωμάτων
,
ἐκλύεθ’
ἁρμούς
,
ὡς
ἴδω
πικρὰν
θέαν
825
γυναικός
,
ἥ
με
κατθανοῦσ’
ἀπώλεσεν
.
810
Χορός
—
ἰὼ
ἰὼ
τάλαινα
μελέων
κακῶν
·
ἔπαθες
,
εἰργάσω
τοσοῦτον
ὥστε
τούσδε
συγχέαι
δόμους
.
—
αἰαῖ
τόλμας
,
ὦ
βιαίως
θανοῦσ’
ἀνοσίῳ
τε
συμφορᾷ
,
σᾶς
χερὸς
πάλαισμα
μελέας
.
815
—
τίς
ἄρα
σάν
,
τάλαιν’
,
ἀμαυροῖ
ζόαν
;
—
ἰὼ
ἰὼ
τάλαινα
μελέων
κακῶν
·
ἔπαθες
,
εἰργάσω
τοσοῦτον
ὥστε
τούσδε
συγχέαι
δόμους
.
—
αἰαῖ
τόλμας
,
ὦ
βιαίως
θανοῦσ’
ἀνοσίῳ
τε
συμφορᾷ
,
σᾶς
χερὸς
πάλαισμα
μελέας
.
815
—
τίς
ἄρα
σάν
,
τάλαιν’
,
ἀμαυροῖ
ζόαν
;
str.
1
Θησεύς
ὤμοι
ἐγὼ
πόνων
·
ἔπαθον
,
ὦ
πόλις
,
τὰ
μάκιστ’
ἐμῶν
κακῶν
.
ὦ
τύχα
,
ὥς
μοι
βαρεῖα
καὶ
δόμοις
ἐπεστάθης
,
κηλὶς
ἄφραστος
ἐξ
ἀλαστόρων
τινός
.
820
κατακονὰ
μὲν
οὖν
ἀβίοτος
βίου
·
κακῶν
δ’
,
ὢ
τάλας
,
πέλαγος
εἰσορῶ
τοσοῦτον
ὥστε
μήποτ’
ἐκνεῦσαι
πάλιν
,
μηδ’
ἐκπερᾶσαι
κῦμα
τῆσδε
συμφορᾶς
.
τίνα
λόγον
τάλας
,
τίνα
τύχαν
σέθεν
βαρύποτμον
,
γύναι
,
προσαυδῶν
τύχω
;
ὄρνις
γὰρ
ὥς
τις
ἐκ
χερῶν
ἄφαντος
εἶ
,
πήδημ’
ἐς
Ἅιδου
κραιπνὸν
ὁρμήσασά
μοι
.
αἰαῖ
αἰαῖ
,
μέλεα
μέλεα
τάδε
πάθη
.
830
πρόσωθεν
δέ
ποθεν
ἀνακομίζομαι
τύχαν
δαιμόνων
ἀμπλακίαισι
τῶν
πάροιθέν
τινος
.
ὤμοι
ἐγὼ
πόνων
·
ἔπαθον
,
ὦ
πόλις
,
τὰ
μάκιστ’
ἐμῶν
κακῶν
.
ὦ
τύχα
,
ὥς
μοι
βαρεῖα
καὶ
δόμοις
ἐπεστάθης
,
κηλὶς
ἄφραστος
ἐξ
ἀλαστόρων
τινός
.
820
κατακονὰ
μὲν
οὖν
ἀβίοτος
βίου
·
κακῶν
δ’
,
ὢ
τάλας
,
πέλαγος
εἰσορῶ
τοσοῦτον
ὥστε
μήποτ’
ἐκνεῦσαι
πάλιν
,
μηδ’
ἐκπερᾶσαι
κῦμα
τῆσδε
συμφορᾶς
.
τίνα
λόγον
τάλας
,
τίνα
τύχαν
σέθεν
βαρύποτμον
,
γύναι
,
προσαυδῶν
τύχω
;
ὄρνις
γὰρ
ὥς
τις
ἐκ
χερῶν
ἄφαντος
εἶ
,
πήδημ’
ἐς
Ἅιδου
κραιπνὸν
ὁρμήσασά
μοι
.
αἰαῖ
αἰαῖ
,
μέλεα
μέλεα
τάδε
πάθη
.
830
πρόσωθεν
δέ
ποθεν
ἀνακομίζομαι
τύχαν
δαιμόνων
ἀμπλακίαισι
τῶν
πάροιθέν
τινος
.
Χορός
οὐ
σοὶ
τάδ’
,
ὦναξ
,
ἦλθε
δὴ
μόνῳ
κακά
,
πολλῶν
μετ’
ἄλλων
δ’
ὤλεσας
κεδνὸν
λέχος
.
835
οὐ
σοὶ
τάδ’
,
ὦναξ
,
ἦλθε
δὴ
μόνῳ
κακά
,
πολλῶν
μετ’
ἄλλων
δ’
ὤλεσας
κεδνὸν
λέχος
.
835
ant.
1
Θησεύς
τὸ
κατὰ
γᾶς
θέλω
,
τὸ
κατὰ
γᾶς
κνέφας
μετοικεῖν
σκότῳ
θανὼν
ὁ
τλάμων
,
τῆς
σῆς
στερηθεὶς
φιλτάτης
ὁμιλίας
·
ἀπώλεσας
γὰρ
μᾶλλον
ἢ
κατέφθισο
.
τίνος
κλύω
;
πόθεν
θανάσιμος
τύχα
,
840
γύναι
,
σὰν
ἔβα
,
τάλαινα
,
καρδίαν
;
εἴποι
τις
ἂν
τὸ
πραχθέν
,
ἢ
μάτην
ὄχλον
στέγει
τύραννον
δῶμα
προσπόλων
ἐμῶν
;
ὤμοι
μοι
σέθεν
,
μέλεος
,
οἷον
εἶδον
ἄλγος
δόμων
,
845
οὐ
τλητὸν
οὐδὲ
ῥητόν
.
ἀλλ’
ἀπωλόμην
·
ἔρημος
οἶκος
,
καὶ
τέκν’
ὀρφανεύεται
.
ἔλιπες
οὓς
ἔτεκες
,
ἔλιπες
,
ὦ
φίλα
γυναικῶν
ἀρίστα
θ’
ὁπόσας
ὁρᾷ
φέγγος
ἀελίου
850
τε
καὶ
νυκτὸς
ἀστερωπὸν
σέλας
.
τὸ
κατὰ
γᾶς
θέλω
,
τὸ
κατὰ
γᾶς
κνέφας
μετοικεῖν
σκότῳ
θανὼν
ὁ
τλάμων
,
τῆς
σῆς
στερηθεὶς
φιλτάτης
ὁμιλίας
·
ἀπώλεσας
γὰρ
μᾶλλον
ἢ
κατέφθισο
.
τίνος
κλύω
;
πόθεν
θανάσιμος
τύχα
,
840
γύναι
,
σὰν
ἔβα
,
τάλαινα
,
καρδίαν
;
εἴποι
τις
ἂν
τὸ
πραχθέν
,
ἢ
μάτην
ὄχλον
στέγει
τύραννον
δῶμα
προσπόλων
ἐμῶν
;
ὤμοι
μοι
σέθεν
,
μέλεος
,
οἷον
εἶδον
ἄλγος
δόμων
,
845
οὐ
τλητὸν
οὐδὲ
ῥητόν
.
ἀλλ’
ἀπωλόμην
·
ἔρημος
οἶκος
,
καὶ
τέκν’
ὀρφανεύεται
.
ἔλιπες
οὓς
ἔτεκες
,
ἔλιπες
,
ὦ
φίλα
γυναικῶν
ἀρίστα
θ’
ὁπόσας
ὁρᾷ
φέγγος
ἀελίου
850
τε
καὶ
νυκτὸς
ἀστερωπὸν
σέλας
.
Χορός
ἰὼ
τάλας
·
ὦ
τάλας
·
ὅσον
κακὸν
ἔχει
δόμος
.
δάκρυσί
μου
βλέφαρα
καταχυθέντα
τέγγεται
σᾷ
τύχᾳ
·
τὸ
δ’
ἐπὶ
τῷδε
πῆμα
φρίσσω
πάλαι
.
855
ἰὼ
τάλας
·
ὦ
τάλας
·
ὅσον
κακὸν
ἔχει
δόμος
.
δάκρυσί
μου
βλέφαρα
καταχυθέντα
τέγγεται
σᾷ
τύχᾳ
·
τὸ
δ’
ἐπὶ
τῷδε
πῆμα
φρίσσω
πάλαι
.
855
Θησεύς
ἔα
ἔα
·
τί
δή
ποθ’
ἥδε
δέλτος
ἐκ
φίλης
χερὸς
ἠρτημένη
;
θέλει
τι
σημῆναι
νέον
;
ἀλλ’
ἦ
λέχους
μοι
καὶ
τέκνων
ἐπιστολὰς
ἔγραψεν
ἡ
δύστηνος
,
ἐξαιτουμένη
;
θάρσει
,
τάλαινα
·
λέκτρα
γὰρ
τὰ
Θησέως
860
οὐκ
ἔστι
δῶμά
θ’
ἥτις
εἴσεισιν
γυνή
.
καὶ
μὴν
τύποι
γε
σφενδόνης
χρυσηλάτου
τῆς
οὐκέτ’
οὔσης
τῆσδε
προσσαίνουσί
με
.
φέρ’
,
ἐξελίξας
περιβολὰς
σφραγισμάτων
ἴδω
τί
λέξαι
δέλτος
ἥδε
μοι
θέλει
.
865
ἔα
ἔα
·
τί
δή
ποθ’
ἥδε
δέλτος
ἐκ
φίλης
χερὸς
ἠρτημένη
;
θέλει
τι
σημῆναι
νέον
;
ἀλλ’
ἦ
λέχους
μοι
καὶ
τέκνων
ἐπιστολὰς
ἔγραψεν
ἡ
δύστηνος
,
ἐξαιτουμένη
;
θάρσει
,
τάλαινα
·
λέκτρα
γὰρ
τὰ
Θησέως
860
οὐκ
ἔστι
δῶμά
θ’
ἥτις
εἴσεισιν
γυνή
.
καὶ
μὴν
τύποι
γε
σφενδόνης
χρυσηλάτου
τῆς
οὐκέτ’
οὔσης
τῆσδε
προσσαίνουσί
με
.
φέρ’
,
ἐξελίξας
περιβολὰς
σφραγισμάτων
ἴδω
τί
λέξαι
δέλτος
ἥδε
μοι
θέλει
.
865
Χορός
—
φεῦ
φεῦ
·
τόδ’
αὖ
νεοχμὸν
ἐκδοχαῖς
ἐπιφέρει
θεὸς
κακόν
.
ἐμοὶ
μὲν
οὖν
ἀβίοτος
βίου
τύχα
πρὸς
τὸ
κρανθέν
·
εἴη
τυχεῖν
.
—
ὀλομένους
γάρ
,
οὐκέτ’
ὄντας
λέγω
,
φεῦ
φεῦ
,
τῶν
ἐμῶν
τυράννων
δόμους
.
870
—
ὦ
δαῖμον
,
εἴ
πως
ἔστι
,
μὴ
σφήλῃς
δόμους
,
αἰτουμένης
δὲ
κλῦθί
μου
·
πρὸς
γάρ
τινος
οἰωνὸν
ὥστε
μάντις
εἰσορῶ
κακοῦ
.
—
φεῦ
φεῦ
·
τόδ’
αὖ
νεοχμὸν
ἐκδοχαῖς
ἐπιφέρει
θεὸς
κακόν
.
ἐμοὶ
μὲν
οὖν
ἀβίοτος
βίου
τύχα
πρὸς
τὸ
κρανθέν
·
εἴη
τυχεῖν
.
—
ὀλομένους
γάρ
,
οὐκέτ’
ὄντας
λέγω
,
φεῦ
φεῦ
,
τῶν
ἐμῶν
τυράννων
δόμους
.
870
—
ὦ
δαῖμον
,
εἴ
πως
ἔστι
,
μὴ
σφήλῃς
δόμους
,
αἰτουμένης
δὲ
κλῦθί
μου
·
πρὸς
γάρ
τινος
οἰωνὸν
ὥστε
μάντις
εἰσορῶ
κακοῦ
.
Θησεύς
οἴμοι
·
τόδ’
οἷον
ἄλλο
πρὸς
κακῷ
κακόν
,
οὐ
τλητὸν
οὐδὲ
λεκτόν
.
ὦ
τάλας
ἐγώ
.
875
οἴμοι
·
τόδ’
οἷον
ἄλλο
πρὸς
κακῷ
κακόν
,
οὐ
τλητὸν
οὐδὲ
λεκτόν
.
ὦ
τάλας
ἐγώ
.
875
Χορός
τί
χρῆμα
;
λέξον
,
εἴ
τί
μοι
λόγου
μέτα
.
τί
χρῆμα
;
λέξον
,
εἴ
τί
μοι
λόγου
μέτα
.
Θησεύς
βοᾷ
βοᾷ
δέλτος
ἄλαστα
.
πᾷ
φύγω
βάρος
κακῶν
;
ἀπὸ
γὰρ
ὀλόμενος
οἴχομαι
,
οἷον
οἷον
εἶδον
ἐν
γραφαῖς
μέλος
φθεγγόμενον
τλάμων
.
880
βοᾷ
βοᾷ
δέλτος
ἄλαστα
.
πᾷ
φύγω
βάρος
κακῶν
;
ἀπὸ
γὰρ
ὀλόμενος
οἴχομαι
,
οἷον
οἷον
εἶδον
ἐν
γραφαῖς
μέλος
φθεγγόμενον
τλάμων
.
880
Χορός
αἰαῖ
,
κακῶν
ἀρχηγὸν
ἐκφαίνεις
λόγον
.
αἰαῖ
,
κακῶν
ἀρχηγὸν
ἐκφαίνεις
λόγον
.
Θησεύς
τόδε
μὲν
οὐκέτι
στόματος
ἐν
πύλαις
καθέξω
δυσεκπέρατον
,
ὀλοὸν
κακόν
·
ἰὼ
πόλις
.
Ἱππόλυτος
εὐνῆς
τῆς
ἐμῆς
ἔτλη
θιγεῖν
885
βίᾳ
,
τὸ
σεμνὸν
Ζηνὸς
ὄμμ’
ἀτιμάσας
.
ἀλλ’
,
ὦ
πάτερ
Πόσειδον
,
ἃς
ἐμοί
ποτε
ἀρὰς
ὑπέσχου
τρεῖς
,
μιᾷ
κατέργασαι
τούτων
ἐμὸν
παῖδ’
,
ἡμέραν
δὲ
μὴ
φύγοι
τήνδ’
,
εἴπερ
ἡμῖν
ὤπασας
σαφεῖς
ἀράς
.
890
τόδε
μὲν
οὐκέτι
στόματος
ἐν
πύλαις
καθέξω
δυσεκπέρατον
,
ὀλοὸν
κακόν
·
ἰὼ
πόλις
.
Ἱππόλυτος
εὐνῆς
τῆς
ἐμῆς
ἔτλη
θιγεῖν
885
βίᾳ
,
τὸ
σεμνὸν
Ζηνὸς
ὄμμ’
ἀτιμάσας
.
ἀλλ’
,
ὦ
πάτερ
Πόσειδον
,
ἃς
ἐμοί
ποτε
ἀρὰς
ὑπέσχου
τρεῖς
,
μιᾷ
κατέργασαι
τούτων
ἐμὸν
παῖδ’
,
ἡμέραν
δὲ
μὴ
φύγοι
τήνδ’
,
εἴπερ
ἡμῖν
ὤπασας
σαφεῖς
ἀράς
.
890
Χορός
ἄναξ
,
ἀπεύχου
ταῦτα
πρὸς
θεῶν
πάλιν
·
γνώσῃ
γὰρ
αὖθις
ἀμπλακών
.
ἐμοὶ
πιθοῦ
.
ἄναξ
,
ἀπεύχου
ταῦτα
πρὸς
θεῶν
πάλιν
·
γνώσῃ
γὰρ
αὖθις
ἀμπλακών
.
ἐμοὶ
πιθοῦ
.
Θησεύς
οὐκ
ἔστι
·
καὶ
πρός
γ’
ἐξελῶ
σφε
τῆσδε
γῆς
,
δυοῖν
δὲ
μοίραιν
θατέρᾳ
πεπλήξεται
·
ἢ
γὰρ
Ποσειδῶν
αὐτὸν
εἰς
Ἅιδου
δόμους
895
θανόντα
πέμψει
τὰς
ἐμὰς
ἀρὰς
σέβων
,
ἢ
τῆσδε
χώρας
ἐκπεσὼν
ἀλώμενος
ξένην
ἐπ’
αἶαν
λυπρὸν
ἀντλήσει
βίον
.
οὐκ
ἔστι
·
καὶ
πρός
γ’
ἐξελῶ
σφε
τῆσδε
γῆς
,
δυοῖν
δὲ
μοίραιν
θατέρᾳ
πεπλήξεται
·
ἢ
γὰρ
Ποσειδῶν
αὐτὸν
εἰς
Ἅιδου
δόμους
895
θανόντα
πέμψει
τὰς
ἐμὰς
ἀρὰς
σέβων
,
ἢ
τῆσδε
χώρας
ἐκπεσὼν
ἀλώμενος
ξένην
ἐπ’
αἶαν
λυπρὸν
ἀντλήσει
βίον
.
Χορός
καὶ
μὴν
ὅδ’
αὐτὸς
παῖς
σὸς
ἐς
καιρὸν
πάρα
,
Ἱππόλυτος
·
ὀργῆς
δ’
ἐξανεὶς
κακῆς
,
ἄναξ
900
Θησεῦ
,
τὸ
λῷστον
σοῖσι
βούλευσαι
δόμοις
.
καὶ
μὴν
ὅδ’
αὐτὸς
παῖς
σὸς
ἐς
καιρὸν
πάρα
,
Ἱππόλυτος
·
ὀργῆς
δ’
ἐξανεὶς
κακῆς
,
ἄναξ
900
Θησεῦ
,
τὸ
λῷστον
σοῖσι
βούλευσαι
δόμοις
.
Ἱππόλυτος
κραυγῆς
ἀκούσας
σῆς
ἀφικόμην
,
πάτερ
,
σπουδῇ
·
τὸ
μέντοι
πρᾶγμ’
ἐφ’
ᾧτινι
στένεις
οὐκ
οἶδα
,
βουλοίμην
δ’
ἂν
ἐκ
σέθεν
κλύειν
.
ἔα
,
τί
χρῆμα
;
σὴν
δάμαρθ’
ὁρῶ
,
πάτερ
,
905
νεκρόν
·
μεγίστου
θαύματος
τόδ’
ἄξιον
·
ἣν
ἀρτίως
ἔλειπον
,
ἣ
φάος
τόδε
οὔπω
χρόνον
παλαιὸν
εἰσεδέρκετο
.
τί
χρῆμα
πάσχει
;
τῷ
τρόπῳ
διόλλυται
;
πάτερ
,
πυθέσθαι
βούλομαι
σέθεν
πάρα
.
910
σιγᾷς
·
σιωπῆς
δ’
οὐδὲν
ἔργον
ἐν
κακοῖς
·
ἡ
γὰρ
ποθοῦσα
πάντα
καρδία
κλύειν
κἀν
τοῖς
κακοῖσι
λίχνος
οὖσ’
ἁλίσκεται
.
οὐ
μὴν
φίλους
γε
κἄτι
μᾶλλον
ἢ
φίλους
κρύπτειν
δίκαιον
σάς
,
πάτερ
,
δυσπραξίας
.
915
κραυγῆς
ἀκούσας
σῆς
ἀφικόμην
,
πάτερ
,
σπουδῇ
·
τὸ
μέντοι
πρᾶγμ’
ἐφ’
ᾧτινι
στένεις
οὐκ
οἶδα
,
βουλοίμην
δ’
ἂν
ἐκ
σέθεν
κλύειν
.
ἔα
,
τί
χρῆμα
;
σὴν
δάμαρθ’
ὁρῶ
,
πάτερ
,
905
νεκρόν
·
μεγίστου
θαύματος
τόδ’
ἄξιον
·
ἣν
ἀρτίως
ἔλειπον
,
ἣ
φάος
τόδε
οὔπω
χρόνον
παλαιὸν
εἰσεδέρκετο
.
τί
χρῆμα
πάσχει
;
τῷ
τρόπῳ
διόλλυται
;
πάτερ
,
πυθέσθαι
βούλομαι
σέθεν
πάρα
.
910
σιγᾷς
·
σιωπῆς
δ’
οὐδὲν
ἔργον
ἐν
κακοῖς
·
ἡ
γὰρ
ποθοῦσα
πάντα
καρδία
κλύειν
κἀν
τοῖς
κακοῖσι
λίχνος
οὖσ’
ἁλίσκεται
.
οὐ
μὴν
φίλους
γε
κἄτι
μᾶλλον
ἢ
φίλους
κρύπτειν
δίκαιον
σάς
,
πάτερ
,
δυσπραξίας
.
915
Θησεύς
ὦ
πόλλ’
ἁμαρτάνοντες
ἄνθρωποι
μάτην
,
τί
δὴ
τέχνας
μὲν
μυρίας
διδάσκετε
καὶ
πάντα
μηχανᾶσθε
κἀξευρίσκετε
,
ἓν
δ’
οὐκ
ἐπίστασθ’
οὐδ’
ἐθηράσασθέ
πω
,
φρονεῖν
διδάσκειν
οἷσιν
οὐκ
ἔνεστι
νοῦς
;
920
ὦ
πόλλ’
ἁμαρτάνοντες
ἄνθρωποι
μάτην
,
τί
δὴ
τέχνας
μὲν
μυρίας
διδάσκετε
καὶ
πάντα
μηχανᾶσθε
κἀξευρίσκετε
,
ἓν
δ’
οὐκ
ἐπίστασθ’
οὐδ’
ἐθηράσασθέ
πω
,
φρονεῖν
διδάσκειν
οἷσιν
οὐκ
ἔνεστι
νοῦς
;
920
Ἱππόλυτος
δεινὸν
σοφιστὴν
εἶπας
,
ὅστις
εὖ
φρονεῖν
τοὺς
μὴ
φρονοῦντας
δυνατός
ἐστ’
ἀναγκάσαι
.
ἀλλ’
οὐ
γὰρ
ἐν
δέοντι
λεπτουργεῖς
,
πάτερ
,
δέδοικα
μή
σου
γλῶσσ’
ὑπερβάλῃ
κακοῖς
.
δεινὸν
σοφιστὴν
εἶπας
,
ὅστις
εὖ
φρονεῖν
τοὺς
μὴ
φρονοῦντας
δυνατός
ἐστ’
ἀναγκάσαι
.
ἀλλ’
οὐ
γὰρ
ἐν
δέοντι
λεπτουργεῖς
,
πάτερ
,
δέδοικα
μή
σου
γλῶσσ’
ὑπερβάλῃ
κακοῖς
.
Θησεύς
φεῦ
,
χρῆν
βροτοῖσι
τῶν
φίλων
τεκμήριον
925
σαφές
τι
κεῖσθαι
καὶ
διάγνωσιν
φρενῶν
,
ὅστις
τ’
ἀληθής
ἐστιν
ὅς
τε
μὴ
φίλος
,
δισσάς
τε
φωνὰς
πάντας
ἀνθρώπους
ἔχειν
,
τὴν
μὲν
δικαίαν
,
τὴν
δ’
ὅπως
ἐτύγχανεν
,
ὡς
ἡ
φρονοῦσα
τἄδικ’
ἐξηλέγχετο
930
πρὸς
τῆς
δικαίας
,
κοὐκ
ἂν
ἠπατώμεθα
.
φεῦ
,
χρῆν
βροτοῖσι
τῶν
φίλων
τεκμήριον
925
σαφές
τι
κεῖσθαι
καὶ
διάγνωσιν
φρενῶν
,
ὅστις
τ’
ἀληθής
ἐστιν
ὅς
τε
μὴ
φίλος
,
δισσάς
τε
φωνὰς
πάντας
ἀνθρώπους
ἔχειν
,
τὴν
μὲν
δικαίαν
,
τὴν
δ’
ὅπως
ἐτύγχανεν
,
ὡς
ἡ
φρονοῦσα
τἄδικ’
ἐξηλέγχετο
930
πρὸς
τῆς
δικαίας
,
κοὐκ
ἂν
ἠπατώμεθα
.
Ἱππόλυτος
ἀλλ’
ἦ
τις
ἐς
σὸν
οὖς
με
διαβαλὼν
ἔχει
φίλων
,
νοσοῦμεν
δ’
οὐδὲν
ὄντες
αἴτιοι
;
ἔκ
τοι
πέπληγμαι
·
σοὶ
γὰρ
ἐκπλήσσουσί
με
λόγοι
παραλλάσσοντες
ἔξεδροι
φρενῶν
.
935
ἀλλ’
ἦ
τις
ἐς
σὸν
οὖς
με
διαβαλὼν
ἔχει
φίλων
,
νοσοῦμεν
δ’
οὐδὲν
ὄντες
αἴτιοι
;
ἔκ
τοι
πέπληγμαι
·
σοὶ
γὰρ
ἐκπλήσσουσί
με
λόγοι
παραλλάσσοντες
ἔξεδροι
φρενῶν
.
935
Θησεύς
φεῦ
τῆς
βροτείας
·
ποῖ
προβήσεται
;
φρενός
.
τί
τέρμα
τόλμης
καὶ
θράσους
γενήσεται
;
εἰ
γὰρ
κατ’
ἀνδρὸς
βίοτον
ἐξογκώσεται
,
ὁ
δ’
ὕστερος
τοῦ
πρόσθεν
εἰς
ὑπερβολὴν
πανοῦργος
ἔσται
,
θεοῖσι
προσβαλεῖν
χθονὶ
940
ἄλλην
δεήσει
γαῖαν
,
ἣ
χωρήσεται
τοὺς
μὴ
δικαίους
καὶ
κακοὺς
πεφυκότας
.
σκέψασθε
δ’
ἐς
τόνδ’
,
ὅστις
ἐξ
ἐμοῦ
γεγὼς
ᾔσχυνε
τἀμὰ
λέκτρα
κἀξελέγχεται
πρὸς
τῆς
θανούσης
ἐμφανῶς
κάκιστος
ὤν
.
945
δεῖξον
δ’
,
ἐπειδή
γ’
ἐς
μίασμ’
ἐλήλυθας
,
τὸ
σὸν
πρόσωπον
δεῦρ’
ἐναντίον
πατρί
.
σὺ
δὴ
θεοῖσιν
ὡς
περισσὸς
ὢν
ἀνὴρ
ξύνει
;
σὺ
σώφρων
καὶ
κακῶν
ἀκήρατος
;
οὐκ
ἂν
πιθοίμην
τοῖσι
σοῖς
κόμποις
ἐγὼ
950
θεοῖσι
προσθεὶς
ἀμαθίαν
φρονεῖν
κακῶς
.
ἤδη
νυν
αὔχει
καὶ
δι’
ἀψύχου
βορᾶς
σίτοις
καπήλευ’
,
Ὀρφέα
τ’
ἄνακτ’
ἔχων
βάκχευε
πολλῶν
γραμμάτων
τιμῶν
καπνούς
·
ἐπεί
γ’
ἐλήφθης
.
τοὺς
δὲ
τοιούτους
ἐγὼ
955
φεύγειν
προφωνῶ
πᾶσι
·
θηρεύουσι
γὰρ
σεμνοῖς
λόγοισιν
,
αἰσχρὰ
μηχανώμενοι
.
τέθνηκεν
ἥδε
·
τοῦτό
σ’
ἐκσώσειν
δοκεῖς
;
ἐν
τῷδ’
ἁλίσκῃ
πλεῖστον
,
ὦ
κάκιστε
σύ
·
ποῖοι
γὰρ
ὅρκοι
κρείσσονες
,
τίνες
λόγοι
960
τῆσδ’
ἂν
γένοιντ’
ἄν
,
ὥστε
σ’
αἰτίαν
φυγεῖν
;
μισεῖν
σε
φήσεις
τήνδε
καὶ
τὸ
δὴ
νόθον
τοῖς
γνησίοισι
πολέμιον
πεφυκέναι
·
κακὴν
ἄρ’
αὐτὴν
ἔμπορον
βίου
λέγεις
,
εἰ
δυσμενείᾳ
σῇ
τὰ
φίλτατ’
ὤλεσεν
.
965
ἀλλ’
ὡς
τὸ
μῶρον
ἀνδράσιν
μὲν
οὐκ
ἔνι
,
γυναιξὶ
δ’
ἐμπέφυκεν
;
οἶδ’
ἐγὼ
νέους
,
οὐδὲν
γυναικῶν
ὄντας
ἀσφαλεστέρους
,
ὅταν
ταράξῃ
Κύπρις
ἡβῶσαν
φρένα
·
τὸ
δ’
ἄρσεν
αὐτοὺς
ὠφελεῖ
προσκείμενον
.
970
νῦν
οὖν
—
τί
ταῦτα
σοῖς
ἁμιλλῶμαι
λόγοις
νεκροῦ
παρόντος
μάρτυρος
σαφεστάτου
;
ἔξερρε
γαίας
τῆσδ’
ὅσον
τάχος
φυγάς
,
καὶ
μήτ’
Ἀθήνας
τὰς
θεοδμήτους
μόλῃς
,
μήτ’
εἰς
ὅρους
γῆς
ἧς
ἐμὸν
κρατεῖ
δόρυ
.
975
εἰ
γὰρ
παθών
γε
σοῦ
τάδ’
ἡσσηθήσομαι
,
οὐ
μαρτυρήσει
μ’
Ἴσθμιος
Σίνις
ποτὲ
κτανεῖν
ἑαυτόν
,
ἀλλὰ
κομπάζειν
μάτην
,
οὐδ’
αἱ
θαλάσσῃ
σύννομοι
Σκιρωνίδες
φήσουσι
πέτραι
τοῖς
κακοῖς
μ’
εἶναι
βαρύν
.
980
φεῦ
τῆς
βροτείας
·
ποῖ
προβήσεται
;
φρενός
.
τί
τέρμα
τόλμης
καὶ
θράσους
γενήσεται
;
εἰ
γὰρ
κατ’
ἀνδρὸς
βίοτον
ἐξογκώσεται
,
ὁ
δ’
ὕστερος
τοῦ
πρόσθεν
εἰς
ὑπερβολὴν
πανοῦργος
ἔσται
,
θεοῖσι
προσβαλεῖν
χθονὶ
940
ἄλλην
δεήσει
γαῖαν
,
ἣ
χωρήσεται
τοὺς
μὴ
δικαίους
καὶ
κακοὺς
πεφυκότας
.
σκέψασθε
δ’
ἐς
τόνδ’
,
ὅστις
ἐξ
ἐμοῦ
γεγὼς
ᾔσχυνε
τἀμὰ
λέκτρα
κἀξελέγχεται
πρὸς
τῆς
θανούσης
ἐμφανῶς
κάκιστος
ὤν
.
945
δεῖξον
δ’
,
ἐπειδή
γ’
ἐς
μίασμ’
ἐλήλυθας
,
τὸ
σὸν
πρόσωπον
δεῦρ’
ἐναντίον
πατρί
.
σὺ
δὴ
θεοῖσιν
ὡς
περισσὸς
ὢν
ἀνὴρ
ξύνει
;
σὺ
σώφρων
καὶ
κακῶν
ἀκήρατος
;
οὐκ
ἂν
πιθοίμην
τοῖσι
σοῖς
κόμποις
ἐγὼ
950
θεοῖσι
προσθεὶς
ἀμαθίαν
φρονεῖν
κακῶς
.
ἤδη
νυν
αὔχει
καὶ
δι’
ἀψύχου
βορᾶς
σίτοις
καπήλευ’
,
Ὀρφέα
τ’
ἄνακτ’
ἔχων
βάκχευε
πολλῶν
γραμμάτων
τιμῶν
καπνούς
·
ἐπεί
γ’
ἐλήφθης
.
τοὺς
δὲ
τοιούτους
ἐγὼ
955
φεύγειν
προφωνῶ
πᾶσι
·
θηρεύουσι
γὰρ
σεμνοῖς
λόγοισιν
,
αἰσχρὰ
μηχανώμενοι
.
τέθνηκεν
ἥδε
·
τοῦτό
σ’
ἐκσώσειν
δοκεῖς
;
ἐν
τῷδ’
ἁλίσκῃ
πλεῖστον
,
ὦ
κάκιστε
σύ
·
ποῖοι
γὰρ
ὅρκοι
κρείσσονες
,
τίνες
λόγοι
960
τῆσδ’
ἂν
γένοιντ’
ἄν
,
ὥστε
σ’
αἰτίαν
φυγεῖν
;
μισεῖν
σε
φήσεις
τήνδε
καὶ
τὸ
δὴ
νόθον
τοῖς
γνησίοισι
πολέμιον
πεφυκέναι
·
κακὴν
ἄρ’
αὐτὴν
ἔμπορον
βίου
λέγεις
,
εἰ
δυσμενείᾳ
σῇ
τὰ
φίλτατ’
ὤλεσεν
.
965
ἀλλ’
ὡς
τὸ
μῶρον
ἀνδράσιν
μὲν
οὐκ
ἔνι
,
γυναιξὶ
δ’
ἐμπέφυκεν
;
οἶδ’
ἐγὼ
νέους
,
οὐδὲν
γυναικῶν
ὄντας
ἀσφαλεστέρους
,
ὅταν
ταράξῃ
Κύπρις
ἡβῶσαν
φρένα
·
τὸ
δ’
ἄρσεν
αὐτοὺς
ὠφελεῖ
προσκείμενον
.
970
νῦν
οὖν
—
τί
ταῦτα
σοῖς
ἁμιλλῶμαι
λόγοις
νεκροῦ
παρόντος
μάρτυρος
σαφεστάτου
;
ἔξερρε
γαίας
τῆσδ’
ὅσον
τάχος
φυγάς
,
καὶ
μήτ’
Ἀθήνας
τὰς
θεοδμήτους
μόλῃς
,
μήτ’
εἰς
ὅρους
γῆς
ἧς
ἐμὸν
κρατεῖ
δόρυ
.
975
εἰ
γὰρ
παθών
γε
σοῦ
τάδ’
ἡσσηθήσομαι
,
οὐ
μαρτυρήσει
μ’
Ἴσθμιος
Σίνις
ποτὲ
κτανεῖν
ἑαυτόν
,
ἀλλὰ
κομπάζειν
μάτην
,
οὐδ’
αἱ
θαλάσσῃ
σύννομοι
Σκιρωνίδες
φήσουσι
πέτραι
τοῖς
κακοῖς
μ’
εἶναι
βαρύν
.
980
Χορός
οὐκ
οἶδ’
ὅπως
εἴποιμ’
ἂν
εὐτυχεῖν
τινα
θνητῶν
·
τὰ
γὰρ
δὴ
πρῶτ’
ἀνέστραπται
πάλιν
.
οὐκ
οἶδ’
ὅπως
εἴποιμ’
ἂν
εὐτυχεῖν
τινα
θνητῶν
·
τὰ
γὰρ
δὴ
πρῶτ’
ἀνέστραπται
πάλιν
.
Ἱππόλυτος
πάτερ
,
μένος
μὲν
ξύστασίς
τε
σῶν
φρενῶν
δεινή
·
τὸ
μέντοι
πρᾶγμ’
ἔχον
καλοὺς
λόγους
,
εἴ
τις
διαπτύξειεν
,
οὐ
καλὸν
τόδε
.
985
ἐγὼ
δ’
ἄκομψος
εἰς
ὄχλον
δοῦναι
λόγον
,
ἐς
ἥλικας
δὲ
κὠλίγους
σοφώτερος
.
ἔχει
δὲ
μοῖραν
καὶ
τόδ’
·
οἱ
γὰρ
ἐν
σοφοῖς
φαῦλοι
παρ’
ὄχλῳ
μουσικώτεροι
λέγειν
.
ὅμως
δ’
ἀνάγκη
,
ξυμφορᾶς
ἀφιγμένης
,
990
γλῶσσάν
μ’
ἀφεῖναι
.
πρῶτα
δ’
ἄρξομαι
λέγειν
,
ὅθεν
μ’
ὑπῆλθες
πρῶτον
ὡς
διαφθερῶν
κοὐκ
ἀντιλέξοντ’
.
εἰσορᾷς
φάος
τόδε
καὶ
γαῖαν
·
ἐν
τοῖσδ’
οὐκ
ἔνεστ’
ἀνὴρ
ἐμοῦ
,
οὐδ’
ἢν
σὺ
μὴ
φῇς
,
σωφρονέστερος
γεγώς
.
995
ἐπίσταμαι
γὰρ
πρῶτα
μὲν
θεοὺς
σέβειν
,
φίλοις
τε
χρῆσθαι
μὴ
ἀδικεῖν
πειρωμένοις
,
ἀλλ’
οἷσιν
αἰδὼς
μήτ’
ἐπαγγέλλειν
κακὰ
μήτ’
ἀνθυπουργεῖν
αἰσχρὰ
τοῖσι
χρωμένοις
·
οὐκ
ἐγγελαστὴς
τῶν
ὁμιλούντων
,
πάτερ
,
1000
ἀλλ’
αὑτὸς
οὐ
παροῦσι
κἀγγὺς
ὢν
φίλοις
.
ἑνὸς
δ’
ἄθικτος
,
ᾧ
με
νῦν
ἑλεῖν
δοκεῖς
·
λέχους
γὰρ
ἐς
τόδ’
ἡμέρας
ἁγνὸν
δέμας
·
οὐκ
οἶδα
πρᾶξιν
τήνδε
πλὴν
λόγῳ
κλύων
γραφῇ
τε
λεύσσων
·
οὐδὲ
ταῦτα
γὰρ
σκοπεῖν
1005
πρόθυμός
εἰμι
,
παρθένον
ψυχὴν
ἔχων
.
καὶ
δὴ
τὸ
σῶφρον
τοὐμὸν
οὐ
πείθει
σ’
·
ἴτω
·
δεῖ
δή
σε
δεῖξαι
τῷ
τρόπῳ
διεφθάρην
.
πότερα
τὸ
τῆσδε
σῶμ’
ἐκαλλιστεύετο
πασῶν
γυναικῶν
;
ἢ
σὸν
οἰκήσειν
δόμον
1010
ἔγκληρον
εὐνὴν
προσλαβὼν
ἐπήλπισα
;
μάταιος
ἆρ’
ἦν
,
οὐδαμοῦ
μὲν
οὖν
φρενῶν
.
ἀλλ’
ὡς
τυραννεῖν
ἡδύ
;
τοῖσι
σώφροσιν
ἥκιστά
γ’
,
εἰ
μὴ
τὰς
φρένας
διέφθορεν
θνητῶν
ὅσοισιν
ἁνδάνει
μοναρχία
.
1015
ἐγὼ
δ’
ἀγῶνας
μὲν
κρατεῖν
Ἑλληνικοὺς
πρῶτος
θέλοιμ’
ἄν
,
ἐν
πόλει
δὲ
δεύτερος
σὺν
τοῖς
ἀρίστοις
εὐτυχεῖν
ἀεὶ
φίλοις
.
πράσσειν
τε
γὰρ
πάρεστι
,
κίνδυνός
τ’
ἀπὼν
κρείσσω
δίδωσι
τῆς
τυραννίδος
χάριν
.
1020
ἓν
οὐ
λέλεκται
τῶν
ἐμῶν
,
τὰ
δ’
ἄλλ’
ἔχεις
·
εἰ
μὲν
γὰρ
ἦν
μοι
μάρτυς
οἷός
εἰμ’
ἐγώ
,
καὶ
τῆσδ’
ὁρώσης
φέγγος
ἠγωνιζόμην
,
ἔργοις
ἂν
εἶδες
τοὺς
κακοὺς
διεξιών
·
νῦν
δ’
ὅρκιόν
σοι
Ζῆνα
καὶ
πέδον
χθονὸς
1025
ὄμνυμι
τῶν
σῶν
μήποθ’
ἅψασθαι
γάμων
μηδ’
ἂν
θελῆσαι
μηδ’
ἂν
ἔννοιαν
λαβεῖν
.
ἦ
τἄρ’
ὀλοίμην
ἀκλεὴς
ἀνώνυμος
,
ἄπολις
ἄοικος
,
φυγὰς
ἀλητεύων
χθόνα
,
καὶ
μήτε
πόντος
μήτε
γῆ
δέξαιτό
μου
1030
σάρκας
θανόντος
,
εἰ
κακὸς
πέφυκ’
ἀνήρ
.
εἰ
δ’
ἥδε
δειμαίνουσ’
ἀπώλεσεν
βίον
οὐκ
οἶδ’
·
ἐμοὶ
γὰρ
οὐ
θέμις
πέρα
λέγειν
.
ἐσωφρόνησεν
οὐκ
ἔχουσα
σωφρονεῖν
,
ἡμεῖς
δ’
ἔχοντες
οὐ
καλῶς
ἐχρώμεθα
.
1035
πάτερ
,
μένος
μὲν
ξύστασίς
τε
σῶν
φρενῶν
δεινή
·
τὸ
μέντοι
πρᾶγμ’
ἔχον
καλοὺς
λόγους
,
εἴ
τις
διαπτύξειεν
,
οὐ
καλὸν
τόδε
.
985
ἐγὼ
δ’
ἄκομψος
εἰς
ὄχλον
δοῦναι
λόγον
,
ἐς
ἥλικας
δὲ
κὠλίγους
σοφώτερος
.
ἔχει
δὲ
μοῖραν
καὶ
τόδ’
·
οἱ
γὰρ
ἐν
σοφοῖς
φαῦλοι
παρ’
ὄχλῳ
μουσικώτεροι
λέγειν
.
ὅμως
δ’
ἀνάγκη
,
ξυμφορᾶς
ἀφιγμένης
,
990
γλῶσσάν
μ’
ἀφεῖναι
.
πρῶτα
δ’
ἄρξομαι
λέγειν
,
ὅθεν
μ’
ὑπῆλθες
πρῶτον
ὡς
διαφθερῶν
κοὐκ
ἀντιλέξοντ’
.
εἰσορᾷς
φάος
τόδε
καὶ
γαῖαν
·
ἐν
τοῖσδ’
οὐκ
ἔνεστ’
ἀνὴρ
ἐμοῦ
,
οὐδ’
ἢν
σὺ
μὴ
φῇς
,
σωφρονέστερος
γεγώς
.
995
ἐπίσταμαι
γὰρ
πρῶτα
μὲν
θεοὺς
σέβειν
,
φίλοις
τε
χρῆσθαι
μὴ
ἀδικεῖν
πειρωμένοις
,
ἀλλ’
οἷσιν
αἰδὼς
μήτ’
ἐπαγγέλλειν
κακὰ
μήτ’
ἀνθυπουργεῖν
αἰσχρὰ
τοῖσι
χρωμένοις
·
οὐκ
ἐγγελαστὴς
τῶν
ὁμιλούντων
,
πάτερ
,
1000
ἀλλ’
αὑτὸς
οὐ
παροῦσι
κἀγγὺς
ὢν
φίλοις
.
ἑνὸς
δ’
ἄθικτος
,
ᾧ
με
νῦν
ἑλεῖν
δοκεῖς
·
λέχους
γὰρ
ἐς
τόδ’
ἡμέρας
ἁγνὸν
δέμας
·
οὐκ
οἶδα
πρᾶξιν
τήνδε
πλὴν
λόγῳ
κλύων
γραφῇ
τε
λεύσσων
·
οὐδὲ
ταῦτα
γὰρ
σκοπεῖν
1005
πρόθυμός
εἰμι
,
παρθένον
ψυχὴν
ἔχων
.
καὶ
δὴ
τὸ
σῶφρον
τοὐμὸν
οὐ
πείθει
σ’
·
ἴτω
·
δεῖ
δή
σε
δεῖξαι
τῷ
τρόπῳ
διεφθάρην
.
πότερα
τὸ
τῆσδε
σῶμ’
ἐκαλλιστεύετο
πασῶν
γυναικῶν
;
ἢ
σὸν
οἰκήσειν
δόμον
1010
ἔγκληρον
εὐνὴν
προσλαβὼν
ἐπήλπισα
;
μάταιος
ἆρ’
ἦν
,
οὐδαμοῦ
μὲν
οὖν
φρενῶν
.
ἀλλ’
ὡς
τυραννεῖν
ἡδύ
;
τοῖσι
σώφροσιν
ἥκιστά
γ’
,
εἰ
μὴ
τὰς
φρένας
διέφθορεν
θνητῶν
ὅσοισιν
ἁνδάνει
μοναρχία
.
1015
ἐγὼ
δ’
ἀγῶνας
μὲν
κρατεῖν
Ἑλληνικοὺς
πρῶτος
θέλοιμ’
ἄν
,
ἐν
πόλει
δὲ
δεύτερος
σὺν
τοῖς
ἀρίστοις
εὐτυχεῖν
ἀεὶ
φίλοις
.
πράσσειν
τε
γὰρ
πάρεστι
,
κίνδυνός
τ’
ἀπὼν
κρείσσω
δίδωσι
τῆς
τυραννίδος
χάριν
.
1020
ἓν
οὐ
λέλεκται
τῶν
ἐμῶν
,
τὰ
δ’
ἄλλ’
ἔχεις
·
εἰ
μὲν
γὰρ
ἦν
μοι
μάρτυς
οἷός
εἰμ’
ἐγώ
,
καὶ
τῆσδ’
ὁρώσης
φέγγος
ἠγωνιζόμην
,
ἔργοις
ἂν
εἶδες
τοὺς
κακοὺς
διεξιών
·
νῦν
δ’
ὅρκιόν
σοι
Ζῆνα
καὶ
πέδον
χθονὸς
1025
ὄμνυμι
τῶν
σῶν
μήποθ’
ἅψασθαι
γάμων
μηδ’
ἂν
θελῆσαι
μηδ’
ἂν
ἔννοιαν
λαβεῖν
.
ἦ
τἄρ’
ὀλοίμην
ἀκλεὴς
ἀνώνυμος
,
ἄπολις
ἄοικος
,
φυγὰς
ἀλητεύων
χθόνα
,
καὶ
μήτε
πόντος
μήτε
γῆ
δέξαιτό
μου
1030
σάρκας
θανόντος
,
εἰ
κακὸς
πέφυκ’
ἀνήρ
.
εἰ
δ’
ἥδε
δειμαίνουσ’
ἀπώλεσεν
βίον
οὐκ
οἶδ’
·
ἐμοὶ
γὰρ
οὐ
θέμις
πέρα
λέγειν
.
ἐσωφρόνησεν
οὐκ
ἔχουσα
σωφρονεῖν
,
ἡμεῖς
δ’
ἔχοντες
οὐ
καλῶς
ἐχρώμεθα
.
1035
Χορός
ἀρκοῦσαν
εἶπας
αἰτίας
ἀποστροφήν
,
ὅρκους
παρασχών
,
πίστιν
οὐ
σμικράν
,
θεῶν
.
ἀρκοῦσαν
εἶπας
αἰτίας
ἀποστροφήν
,
ὅρκους
παρασχών
,
πίστιν
οὐ
σμικράν
,
θεῶν
.
Θησεύς
ἆρ’
οὐκ
ἐπῳδὸς
καὶ
γόης
πέφυχ’
ὅδε
,
ὃς
τὴν
ἐμὴν
πέποιθεν
εὐοργησίᾳ
ψυχὴν
κρατήσειν
,
τὸν
τεκόντ’
ἀτιμάσας
;
1040
ἆρ’
οὐκ
ἐπῳδὸς
καὶ
γόης
πέφυχ’
ὅδε
,
ὃς
τὴν
ἐμὴν
πέποιθεν
εὐοργησίᾳ
ψυχὴν
κρατήσειν
,
τὸν
τεκόντ’
ἀτιμάσας
;
1040
Ἱππόλυτος
καὶ
σοῦ
γε
ταὐτὰ
κάρτα
θαυμάζω
,
πάτερ
·
εἰ
γὰρ
σὺ
μὲν
παῖς
ἦσθ’
,
ἐγὼ
δὲ
σὸς
πατήρ
,
ἔκτεινά
τοί
σ’
ἂν
κοὐ
φυγαῖς
ἐζημίουν
,
εἴπερ
γυναικὸς
ἠξίουν
σ’
ἐμῆς
θιγεῖν
.
καὶ
σοῦ
γε
ταὐτὰ
κάρτα
θαυμάζω
,
πάτερ
·
εἰ
γὰρ
σὺ
μὲν
παῖς
ἦσθ’
,
ἐγὼ
δὲ
σὸς
πατήρ
,
ἔκτεινά
τοί
σ’
ἂν
κοὐ
φυγαῖς
ἐζημίουν
,
εἴπερ
γυναικὸς
ἠξίουν
σ’
ἐμῆς
θιγεῖν
.
Θησεύς
ὡς
ἄξιον
τόδ’
εἶπας
·
οὐχ
οὕτω
θανῇ
.
1045
ταχὺς
γὰρ
Ἅιδης
ῥᾷστος
ἀνδρὶ
δυστυχεῖ
·
ἀλλ’
ἐκ
πατρῴας
φυγὰς
ἀλητεύων
χθονὸς
ὥσπερ
σὺ
σαυτῷ
τόνδε
προύθηκας
νόμον
—
ξένην
ἐπ’
αἶαν
λυπρὸν
ἀντλήσεις
βίον
·
μισθὸς
γὰρ
οὗτός
ἐστιν
ἀνδρὶ
δυσσεβεῖ
.
1050
ὡς
ἄξιον
τόδ’
εἶπας
·
οὐχ
οὕτω
θανῇ
.
1045
ταχὺς
γὰρ
Ἅιδης
ῥᾷστος
ἀνδρὶ
δυστυχεῖ
·
ἀλλ’
ἐκ
πατρῴας
φυγὰς
ἀλητεύων
χθονὸς
ὥσπερ
σὺ
σαυτῷ
τόνδε
προύθηκας
νόμον
—
ξένην
ἐπ’
αἶαν
λυπρὸν
ἀντλήσεις
βίον
·
μισθὸς
γὰρ
οὗτός
ἐστιν
ἀνδρὶ
δυσσεβεῖ
.
1050
Ἱππόλυτος
οἴμοι
,
τί
δράσεις
;
οὐδὲ
μηνυτὴν
χρόνον
δέξῃ
καθ’
ἡμῶν
,
ἀλλά
μ’
ἐξελᾷς
χθονός
;
οἴμοι
,
τί
δράσεις
;
οὐδὲ
μηνυτὴν
χρόνον
δέξῃ
καθ’
ἡμῶν
,
ἀλλά
μ’
ἐξελᾷς
χθονός
;
Θησεύς
πέραν
γε
πόντου
καὶ
τόπων
Ἀτλαντικῶν
,
εἴ
πως
δυναίμην
,
ὡς
σὸν
ἐχθαίρω
κάρα
.
πέραν
γε
πόντου
καὶ
τόπων
Ἀτλαντικῶν
,
εἴ
πως
δυναίμην
,
ὡς
σὸν
ἐχθαίρω
κάρα
.
Ἱππόλυτος
οὐδ’
ὅρκον
οὐδὲ
πίστιν
οὐδὲ
μάντεων
1055
φήμας
ἐλέγξας
ἄκριτον
ἐκβαλεῖς
με
γῆς
;
οὐδ’
ὅρκον
οὐδὲ
πίστιν
οὐδὲ
μάντεων
1055
φήμας
ἐλέγξας
ἄκριτον
ἐκβαλεῖς
με
γῆς
;
Θησεύς
ἡ
δέλτος
ἥδε
κλῆρον
οὐ
δεδεγμένη
κατηγορεῖ
σου
πιστά
·
τοὺς
δ’
ὑπὲρ
κάρα
φοιτῶντας
ὄρνις
πόλλ’
ἐγὼ
χαίρειν
λέγω
.
ἡ
δέλτος
ἥδε
κλῆρον
οὐ
δεδεγμένη
κατηγορεῖ
σου
πιστά
·
τοὺς
δ’
ὑπὲρ
κάρα
φοιτῶντας
ὄρνις
πόλλ’
ἐγὼ
χαίρειν
λέγω
.
Ἱππόλυτος
ὦ
θεοί
,
τί
δῆτα
τοὐμὸν
οὐ
λύω
στόμα
,
1060
ὅστις
γ’
ὑφ’
ὑμῶν
,
οὓς
σέβω
,
διόλλυμαι
;
οὐ
δῆτα
·
πάντως
οὐ
πίθοιμ’
ἂν
οὕς
με
δεῖ
,
μάτην
δ’
ἂν
ὅρκους
συγχέαιμ’
οὓς
ὤμοσα
.
ὦ
θεοί
,
τί
δῆτα
τοὐμὸν
οὐ
λύω
στόμα
,
1060
ὅστις
γ’
ὑφ’
ὑμῶν
,
οὓς
σέβω
,
διόλλυμαι
;
οὐ
δῆτα
·
πάντως
οὐ
πίθοιμ’
ἂν
οὕς
με
δεῖ
,
μάτην
δ’
ἂν
ὅρκους
συγχέαιμ’
οὓς
ὤμοσα
.
Θησεύς
οἴμοι
,
τὸ
σεμνὸν
ὥς
μ’
ἀποκτενεῖ
τὸ
σόν
.
οὐκ
εἶ
πατρῴας
ἐκτὸς
ὡς
τάχιστα
γῆς
;
1065
οἴμοι
,
τὸ
σεμνὸν
ὥς
μ’
ἀποκτενεῖ
τὸ
σόν
.
οὐκ
εἶ
πατρῴας
ἐκτὸς
ὡς
τάχιστα
γῆς
;
1065
Ἱππόλυτος
ποῖ
δῆθ’
ὁ
τλήμων
τρέψομαι
;
τίνος
ξένων
δόμους
ἔσειμι
,
τῇδ’
ἐπ’
αἰτίᾳ
φυγών
;
ποῖ
δῆθ’
ὁ
τλήμων
τρέψομαι
;
τίνος
ξένων
δόμους
ἔσειμι
,
τῇδ’
ἐπ’
αἰτίᾳ
φυγών
;
Θησεύς
ὅστις
γυναικῶν
λυμεῶνας
ἥδεται
ξένους
κομίζων
καὶ
ξυνοικούρους
κακῶν
.
ὅστις
γυναικῶν
λυμεῶνας
ἥδεται
ξένους
κομίζων
καὶ
ξυνοικούρους
κακῶν
.
Ἱππόλυτος
αἰαῖ
,
πρὸς
ἧπαρ
·
δακρύων
τ’
ἐγγὺς
τόδε
,
1070
εἰ
δὴ
κακός
γε
φαίνομαι
,
δοκῶ
τέ
σοι
.
αἰαῖ
,
πρὸς
ἧπαρ
·
δακρύων
τ’
ἐγγὺς
τόδε
,
1070
εἰ
δὴ
κακός
γε
φαίνομαι
,
δοκῶ
τέ
σοι
.
Θησεύς
τότε
στενάζειν
καὶ
προγιγνώσκειν
σ’
ἐχρῆν
ὅτ’
ἐς
πατρῴαν
ἄλοχον
ὑβρίζειν
ἔτλης
.
τότε
στενάζειν
καὶ
προγιγνώσκειν
σ’
ἐχρῆν
ὅτ’
ἐς
πατρῴαν
ἄλοχον
ὑβρίζειν
ἔτλης
.
Ἱππόλυτος
ὦ
δώματ’
,
εἴθε
φθέγμα
γηρύσαισθέ
μοι
καὶ
μαρτυρήσαιτ’
εἰ
κακὸς
πέφυκ’
ἀνήρ
.
1075
ὦ
δώματ’
,
εἴθε
φθέγμα
γηρύσαισθέ
μοι
καὶ
μαρτυρήσαιτ’
εἰ
κακὸς
πέφυκ’
ἀνήρ
.
1075
Θησεύς
ἐς
τοὺς
ἀφώνους
μάρτυρας
φεύγεις
σοφῶς
·
τὸ
δ’
ἔργον
οὐ
λέγον
σε
μηνύει
κακόν
.
ἐς
τοὺς
ἀφώνους
μάρτυρας
φεύγεις
σοφῶς
·
τὸ
δ’
ἔργον
οὐ
λέγον
σε
μηνύει
κακόν
.
Ἱππόλυτος
φεῦ
·
εἴθ’
ἦν
ἐμαυτὸν
προσβλέπειν
ἐναντίον
στάνθ’
,
ὡς
ἐδάκρυσ’
οἷα
πάσχομεν
κακά
.
φεῦ
·
εἴθ’
ἦν
ἐμαυτὸν
προσβλέπειν
ἐναντίον
στάνθ’
,
ὡς
ἐδάκρυσ’
οἷα
πάσχομεν
κακά
.
Θησεύς
πολλῷ
γε
μᾶλλον
σαυτὸν
ἤσκησας
σέβειν
1080
ἢ
τοὺς
τεκόντας
ὅσια
δρᾶν
δίκαιος
ὤν
.
πολλῷ
γε
μᾶλλον
σαυτὸν
ἤσκησας
σέβειν
1080
ἢ
τοὺς
τεκόντας
ὅσια
δρᾶν
δίκαιος
ὤν
.
Ἱππόλυτος
ὦ
δυστάλαινα
μῆτερ
,
ὦ
πικραὶ
γοναί
·
μηδείς
ποτ’
εἴη
τῶν
ἐμῶν
φίλων
νόθος
.
ὦ
δυστάλαινα
μῆτερ
,
ὦ
πικραὶ
γοναί
·
μηδείς
ποτ’
εἴη
τῶν
ἐμῶν
φίλων
νόθος
.
Θησεύς
οὐχ
ἕλξετ’
αὐτόν
,
δμῶες
;
οὐκ
ἀκούετε
πάλαι
ξενοῦσθαι
τόνδε
προυννέποντά
με
;
1085
οὐχ
ἕλξετ’
αὐτόν
,
δμῶες
;
οὐκ
ἀκούετε
πάλαι
ξενοῦσθαι
τόνδε
προυννέποντά
με
;
1085
Ἱππόλυτος
κλαίων
τις
αὐτῶν
ἆρ’
ἐμοῦ
τεθίξεται
·
σὺ
δ’
αὐτός
,
εἴ
σοι
θυμός
,
ἐξώθει
χθονός
.
κλαίων
τις
αὐτῶν
ἆρ’
ἐμοῦ
τεθίξεται
·
σὺ
δ’
αὐτός
,
εἴ
σοι
θυμός
,
ἐξώθει
χθονός
.
Θησεύς
δράσω
τάδ’
,
εἰ
μὴ
τοῖς
ἐμοῖς
πείσῃ
λόγοις
·
οὐ
γάρ
τις
οἶκτος
σῆς
μ’
ὑπέρχεται
φυγῆς
.
δράσω
τάδ’
,
εἰ
μὴ
τοῖς
ἐμοῖς
πείσῃ
λόγοις
·
οὐ
γάρ
τις
οἶκτος
σῆς
μ’
ὑπέρχεται
φυγῆς
.
Ἱππόλυτος
ἄραρεν
,
ὡς
ἔοικεν
·
ὦ
τάλας
ἐγώ
·
1090
ὡς
οἶδα
μὲν
ταῦτ’
,
οἶδα
δ’
οὐχ
ὅπως
φράσω
.
ὦ
φιλτάτη
μοι
δαιμόνων
Λητοῦς
κόρη
,
σύνθακε
,
συγκύναγε
,
φευξόμεσθα
δὴ
κλεινὰς
Ἀθήνας
.
ἀλλὰ
χαιρέτω
πόλις
καὶ
γαῖ’
Ἐρεχθέως
·
ὦ
πέδον
Τροζήνιον
,
1095
ὡς
ἐγκαθηβᾶν
πόλλ’
ἔχεις
εὐδαίμονα
,
χαῖρ’
·
ὕστατον
γάρ
σ’
εἰσορῶν
προσφθέγγομαι
.
ἴτ’
ὦ
νέοι
μοι
τῆσδε
γῆς
ὁμήλικες
,
προσείπαθ’
ἡμᾶς
καὶ
προπέμψατε
χθονός
·
ὡς
οὔποτ’
ἄλλον
ἄνδρα
σωφρονέστερον
1100
ὄψεσθε
,
κεἰ
μὴ
ταῦτ’
ἐμῷ
δοκεῖ
πατρί
.
ἄραρεν
,
ὡς
ἔοικεν
·
ὦ
τάλας
ἐγώ
·
1090
ὡς
οἶδα
μὲν
ταῦτ’
,
οἶδα
δ’
οὐχ
ὅπως
φράσω
.
ὦ
φιλτάτη
μοι
δαιμόνων
Λητοῦς
κόρη
,
σύνθακε
,
συγκύναγε
,
φευξόμεσθα
δὴ
κλεινὰς
Ἀθήνας
.
ἀλλὰ
χαιρέτω
πόλις
καὶ
γαῖ’
Ἐρεχθέως
·
ὦ
πέδον
Τροζήνιον
,
1095
ὡς
ἐγκαθηβᾶν
πόλλ’
ἔχεις
εὐδαίμονα
,
χαῖρ’
·
ὕστατον
γάρ
σ’
εἰσορῶν
προσφθέγγομαι
.
ἴτ’
ὦ
νέοι
μοι
τῆσδε
γῆς
ὁμήλικες
,
προσείπαθ’
ἡμᾶς
καὶ
προπέμψατε
χθονός
·
ὡς
οὔποτ’
ἄλλον
ἄνδρα
σωφρονέστερον
1100
ὄψεσθε
,
κεἰ
μὴ
ταῦτ’
ἐμῷ
δοκεῖ
πατρί
.
Hippolytus. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.