str.
1
Χορός
εἴθʼ
ἀνὰ
πολύρυτον
ἁλμήεντα
πόρον
δεσποσίῳ
ξὺν
ὕβρει
,
845
γομφοδέτῳ
τε
δόρει
διώλου
.
αἵμονες
ὡς
ἐπάμιδα
ησυδουπιάπιτα
εἴθʼ
ἀνὰ
πολύρυτον
ἁλμήεντα
πόρον
δεσποσίῳ
ξὺν
ὕβρει
,
845
γομφοδέτῳ
τε
δόρει
διώλου
.
αἵμονες
ὡς
ἐπάμιδα
ησυδουπιάπιτα
Κῆρυξ
κελεύω
βοᾶν
μεθέσθαι
ἴχαρ
φρενί
τʼ
ἄταν
.
850
ἰοὺ
ἰού
.
λεῖφʼ
ἕδρανα
,
κίʼ
ἐς
δόρυ
.
ἀτίετον
ἄπολιν
οὐ
σέβω
.
κελεύω
βοᾶν
μεθέσθαι
ἴχαρ
φρενί
τʼ
ἄταν
.
850
ἰοὺ
ἰού
.
λεῖφʼ
ἕδρανα
,
κίʼ
ἐς
δόρυ
.
ἀτίετον
ἄπολιν
οὐ
σέβω
.
ant.
1
Χορός
μήποτε
πάλιν
ἴδοιμʼ
ἀλφεσίβοιον
ὕδωρ
,
855
ἔνθεν
ἀεξόμενον
ζώφυτον
αἷμα
βροτοῖσι
θάλλει
.
ἔγγαιος
ἐγὼ
βαθυχαῖος
βαθρείας
βαθρείας
,
γέρον
.
860
μήποτε
πάλιν
ἴδοιμʼ
ἀλφεσίβοιον
ὕδωρ
,
855
ἔνθεν
ἀεξόμενον
ζώφυτον
αἷμα
βροτοῖσι
θάλλει
.
ἔγγαιος
ἐγὼ
βαθυχαῖος
βαθρείας
βαθρείας
,
γέρον
.
860
Κῆρυξ
σὺ
δʼ
ἐν
ναῒ
ναῒ
βάσῃ
τάχα
θέλεος
ἀθέλεος
,
βίᾳ
βίᾳ
τε
πολλᾷ
φροῦδα
.
βάτεαι
βαθυμιτροκακὰ
παθῶν
ὀλόμεναι
παλάμαις
.
865
σὺ
δʼ
ἐν
ναῒ
ναῒ
βάσῃ
τάχα
θέλεος
ἀθέλεος
,
βίᾳ
βίᾳ
τε
πολλᾷ
φροῦδα
.
βάτεαι
βαθυμιτροκακὰ
παθῶν
ὀλόμεναι
παλάμαις
.
865
str.
2
Χορός
αἰαῖ
αἰαῖ
.
αἲ
γὰρ
δυσπαλάμως
ὄλοιο
διʼ
ἁλίρρυτον
ἄλσος
,
κατὰ
Σαρπηδόνιον
χῶμα
πολύψαμμον
ἀλαθεὶς
870
Εὐρεΐαισιν
αὔραις
.
αἰαῖ
αἰαῖ
.
αἲ
γὰρ
δυσπαλάμως
ὄλοιο
διʼ
ἁλίρρυτον
ἄλσος
,
κατὰ
Σαρπηδόνιον
χῶμα
πολύψαμμον
ἀλαθεὶς
870
Εὐρεΐαισιν
αὔραις
.
Κῆρυξ
ἴυζε
καὶ
λάκαζε
καὶ
κάλει
θεούς
.
Αἰγυπτίαν
γὰρ
βᾶριν
οὐχ
ὑπερθορῇ
.
ἴυζε
καὶ
βόα
,
χέον
πικρότερον
οἰζύος
νόμον
.
875
ἴυζε
καὶ
λάκαζε
καὶ
κάλει
θεούς
.
Αἰγυπτίαν
γὰρ
βᾶριν
οὐχ
ὑπερθορῇ
.
ἴυζε
καὶ
βόα
,
χέον
πικρότερον
οἰζύος
νόμον
.
875
ant.
2
Χορός
οἰοῖ
οἰοῖ
,
λύμας
,
ᾇ
σὺ
πρὸ
γᾶς
ὑλάσκων
περί
,
χάμψα
,
βρυάζεις
·
ὃς
ἐπωπᾷ
σʼ
,
ὁ
μέγας
Νεῖλος
,
ὑβρίζοντά
σʼ
ἀποτρέ-
880
ψειεν
ἄιστον
ὕβριν
.
οἰοῖ
οἰοῖ
,
λύμας
,
ᾇ
σὺ
πρὸ
γᾶς
ὑλάσκων
περί
,
χάμψα
,
βρυάζεις
·
ὃς
ἐπωπᾷ
σʼ
,
ὁ
μέγας
Νεῖλος
,
ὑβρίζοντά
σʼ
ἀποτρέ-
880
ψειεν
ἄιστον
ὕβριν
.
Κῆρυξ
βαίνειν
κελεύω
βᾶριν
εἰς
ἀμφίστροφον
ὅσον
τάχιστα
·
μηδέ
τις
σχολαζέτω
.
ὁλκὴ
γὰρ
οὔτοι
πλόκαμον
οὐδάμʼ
ἅζεται
.
βαίνειν
κελεύω
βᾶριν
εἰς
ἀμφίστροφον
ὅσον
τάχιστα
·
μηδέ
τις
σχολαζέτω
.
ὁλκὴ
γὰρ
οὔτοι
πλόκαμον
οὐδάμʼ
ἅζεται
.
str.
3
Χορός
οἰοῖ
,
πάτερ
,
βρέτεος
ἄρος
885
ἀτᾷ
μʼ
·
·
ἅλαδʼ
ἄγει
ἄραχνος
ὡς
βάδην
.
ὄναρ
ὄναρ
μέλαν
,
ὀτοτοτοτοῖ
,
μᾶ
Γᾶ
μᾶ
Γᾶ
,
βοὰν
890
φοβερὸν
ἀπότρεπε
,
ὦ
πᾶ
,
Γᾶς
παῖ
,
Ζεῦ
.
οἰοῖ
,
πάτερ
,
βρέτεος
ἄρος
885
ἀτᾷ
μʼ
·
·
ἅλαδʼ
ἄγει
ἄραχνος
ὡς
βάδην
.
ὄναρ
ὄναρ
μέλαν
,
ὀτοτοτοτοῖ
,
μᾶ
Γᾶ
μᾶ
Γᾶ
,
βοὰν
890
φοβερὸν
ἀπότρεπε
,
ὦ
πᾶ
,
Γᾶς
παῖ
,
Ζεῦ
.
Κῆρυξ
οὔτοι
φοβοῦμαι
δαίμονας
τοὺς
ἐνθάδε
·
οὐ
γάρ
μʼ
ἔθρεψαν
,
οὐδʼ
ἐγήρασαν
τροφῇ
.
οὔτοι
φοβοῦμαι
δαίμονας
τοὺς
ἐνθάδε
·
οὐ
γάρ
μʼ
ἔθρεψαν
,
οὐδʼ
ἐγήρασαν
τροφῇ
.
ant.
3
Χορός
μαιμᾷ
πέλας
δίπους
ὄφις
·
895
ἔχιδνα
δʼ
ὥς
μέ
τις
πόδα
δακοῦσʼ
ἔχει
.
ὀτοτοτοτοῖ
,
μᾶ
Γᾶ
μᾶ
Γᾶ
βοὰν
φοβερὸν
ἀπότρεπε
,
900
ὦ
πᾶ
,
Γᾶς
παῖ
,
Ζεῦ
.
μαιμᾷ
πέλας
δίπους
ὄφις
·
895
ἔχιδνα
δʼ
ὥς
μέ
τις
πόδα
δακοῦσʼ
ἔχει
.
ὀτοτοτοτοῖ
,
μᾶ
Γᾶ
μᾶ
Γᾶ
βοὰν
φοβερὸν
ἀπότρεπε
,
900
ὦ
πᾶ
,
Γᾶς
παῖ
,
Ζεῦ
.
Suppliants. Aeschylus. Herbert Weir Smyth. New York. 1922.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.