str.
1
Χορός
—
ἰὼ
Ζεῦ
,
τίς
ἂν
πῶς
πᾷ
πόρος
κακῶν
γένοιτο
καὶ
λύσις
τύχας
ἃ
πάρεστι
κοιράνοις
;
—αἰαῖ
·
εἶσί
τις
;
ἢ
τέμω
τρίχα
,
215
καὶ
μέλανα
στολμὸν
πέπλων
ἀμφιβαλώμεθ’
ἤδη
;
—δῆλα
μέν
,
φίλοι
,
δῆλά
γʼ
,
ἀλλ’
ὅμως
θεοῖσιν
εὐχώμεσθα
·
θεῶν
γὰρ
δύναμις
μεγίστα
.
—ὦναξ
Παιάν
,
220
ἔξευρε
μηχανάν
τιν’
Ἀδμήτῳ
κακῶν
.
—πόριζε
δὴ
πόριζε
·
καὶ
πάρος
γὰρ
τοῦδ’
ἐφεῦρες
,
καὶ
νῦν
λυτήριος
ἐκ
θανάτου
γενοῦ
,
φόνιον
δ’
ἀπόπαυσον
Ἅιδαν
.
225
—
ἰὼ
Ζεῦ
,
τίς
ἂν
πῶς
πᾷ
πόρος
κακῶν
γένοιτο
καὶ
λύσις
τύχας
ἃ
πάρεστι
κοιράνοις
;
—αἰαῖ
·
εἶσί
τις
;
ἢ
τέμω
τρίχα
,
215
καὶ
μέλανα
στολμὸν
πέπλων
ἀμφιβαλώμεθ’
ἤδη
;
—δῆλα
μέν
,
φίλοι
,
δῆλά
γʼ
,
ἀλλ’
ὅμως
θεοῖσιν
εὐχώμεσθα
·
θεῶν
γὰρ
δύναμις
μεγίστα
.
—ὦναξ
Παιάν
,
220
ἔξευρε
μηχανάν
τιν’
Ἀδμήτῳ
κακῶν
.
—πόριζε
δὴ
πόριζε
·
καὶ
πάρος
γὰρ
τοῦδ’
ἐφεῦρες
,
καὶ
νῦν
λυτήριος
ἐκ
θανάτου
γενοῦ
,
φόνιον
δ’
ἀπόπαυσον
Ἅιδαν
.
225
ant.
1
Χορός
—
παπαῖ
ὦ
παῖ
Φέρητος
,
οἷ’
ἔπρα-
ξας
δάμαρτος
σᾶς
στερείς
.
—αἰαῖ
·
ἄξια
καὶ
σφαγᾶς
τάδε
,
καὶ
πλέον
ἢ
βρόχῳ
δέρην
οὐρανίῳ
πελάσσαι
;
230
τὰν
γὰρ
οὐ
φίλαν
ἀλλὰ
φιλτάταν
γυναῖκα
κατθανοῦσαν
ἐν
ἄματι
τῷδ’
ἐπόψῃ
.
—ἰδοὺ
ἰδού
,
ἥδ’
ἐκ
δόμων
δὴ
καὶ
πόσις
πορεύεται
.
—βόασον
ὦ
,
στέναξον
,
ὦ
Φεραία
235
χθών
,
τὰν
ἀρίσταν
γυναῖκα
μαραινομέναν
νόσῳ
κατὰ
γᾶς
χθόνιον
παρ’
Ἅιδαν
.
—
παπαῖ
ὦ
παῖ
Φέρητος
,
οἷ’
ἔπρα-
ξας
δάμαρτος
σᾶς
στερείς
.
—αἰαῖ
·
ἄξια
καὶ
σφαγᾶς
τάδε
,
καὶ
πλέον
ἢ
βρόχῳ
δέρην
οὐρανίῳ
πελάσσαι
;
230
τὰν
γὰρ
οὐ
φίλαν
ἀλλὰ
φιλτάταν
γυναῖκα
κατθανοῦσαν
ἐν
ἄματι
τῷδ’
ἐπόψῃ
.
—ἰδοὺ
ἰδού
,
ἥδ’
ἐκ
δόμων
δὴ
καὶ
πόσις
πορεύεται
.
—βόασον
ὦ
,
στέναξον
,
ὦ
Φεραία
235
χθών
,
τὰν
ἀρίσταν
γυναῖκα
μαραινομέναν
νόσῳ
κατὰ
γᾶς
χθόνιον
παρ’
Ἅιδαν
.
Χορός
οὔποτε
φήσω
γάμον
εὐφραίνειν
πλέον
ἢ
λυπεῖν
,
τοῖς
τε
πάροιθεν
τεκμαιρόμενος
καὶ
τάσδε
τύχας
240
λεύσσων
βασιλέως
,
ὅστις
ἀρίστης
ἀπλακὼν
ἀλόχου
τῆσδ’
ἀβίωτον
τὸν
ἔπειτα
χρόνον
βιοτεύσει
.
οὔποτε
φήσω
γάμον
εὐφραίνειν
πλέον
ἢ
λυπεῖν
,
τοῖς
τε
πάροιθεν
τεκμαιρόμενος
καὶ
τάσδε
τύχας
240
λεύσσων
βασιλέως
,
ὅστις
ἀρίστης
ἀπλακὼν
ἀλόχου
τῆσδ’
ἀβίωτον
τὸν
ἔπειτα
χρόνον
βιοτεύσει
.
str.
1
Ἄλκηστις
Ἅλιε
καὶ
φάος
ἁμέρας
,
οὐράνιαί
τε
δῖναι
νεφέλας
δρομαίου
.
245
Ἅλιε
καὶ
φάος
ἁμέρας
,
οὐράνιαί
τε
δῖναι
νεφέλας
δρομαίου
.
245
Ἄδμητος
ὁρᾷ
σὲ
κἀμέ
,
δύο
κακῶς
πεπραγότας
,
οὐδὲν
θεοὺς
δράσαντας
ἀνθ’
ὅτου
θανῇ
.
ὁρᾷ
σὲ
κἀμέ
,
δύο
κακῶς
πεπραγότας
,
οὐδὲν
θεοὺς
δράσαντας
ἀνθ’
ὅτου
θανῇ
.
ant.
1
Ἄλκηστις
γαῖά
τε
καὶ
μελάθρων
στέγαι
νυμφίδιοί
τε
κοῖται
πατρίας
Ἰωλκοῦ
.
γαῖά
τε
καὶ
μελάθρων
στέγαι
νυμφίδιοί
τε
κοῖται
πατρίας
Ἰωλκοῦ
.
Ἄδμητος
ἔπαιρε
σαυτήν
,
ὦ
τάλαινα
,
μὴ
προδῷς
·
250
λίσσου
δὲ
τοὺς
κρατοῦντας
οἰκτῖραι
θεούς
.
ἔπαιρε
σαυτήν
,
ὦ
τάλαινα
,
μὴ
προδῷς
·
250
λίσσου
δὲ
τοὺς
κρατοῦντας
οἰκτῖραι
θεούς
.
str.
2
Ἄλκηστις
ὁρῶ
δίκωπον
ὁρῶ
σκάφος
ἐν
λίμνᾳ
·
νεκύων
δὲ
πορθμεὺς
ἔχων
χέρ’
ἐπὶ
κοντῷ
Χάρων
μ’
ἤδη
καλεῖ
·
Τί
μέλλεις
;
255
ἐπείγου
·
σὺ
κατείργεις
.
τάδε
τοί
με
σπερχόμενος
ταχύνει
.
ὁρῶ
δίκωπον
ὁρῶ
σκάφος
ἐν
λίμνᾳ
·
νεκύων
δὲ
πορθμεὺς
ἔχων
χέρ’
ἐπὶ
κοντῷ
Χάρων
μ’
ἤδη
καλεῖ
·
Τί
μέλλεις
;
255
ἐπείγου
·
σὺ
κατείργεις
.
τάδε
τοί
με
σπερχόμενος
ταχύνει
.
Ἄδμητος
οἴμοι
,
πικράν
γε
τήνδε
μοι
ναυκληρίαν
ἔλεξας
.
ὦ
δύσδαιμον
,
οἷα
πάσχομεν
.
οἴμοι
,
πικράν
γε
τήνδε
μοι
ναυκληρίαν
ἔλεξας
.
ὦ
δύσδαιμον
,
οἷα
πάσχομεν
.
ant.
2
Ἄλκηστις
ἄγει
μ’
ἄγει
τις
·
ἄγει
μέ
τις
—οὐχ
ὁρᾷς
;
—
νεκύων
ἐς
αὐλάν
,
260
ὑπ’
ὀφρύσι
κυαναυγέσι
βλέπων
πτερωτός
—
αἵδας
.
μέθες
με
·
τί
ῥέξεις
;
ἄφες
.
—οἵαν
ὅδον
ἁ
δει-
λαιότατα
προβαίνω
.
ἄγει
μ’
ἄγει
τις
·
ἄγει
μέ
τις
—οὐχ
ὁρᾷς
;
—
νεκύων
ἐς
αὐλάν
,
260
ὑπ’
ὀφρύσι
κυαναυγέσι
βλέπων
πτερωτός
—
αἵδας
.
μέθες
με
·
τί
ῥέξεις
;
ἄφες
.
—οἵαν
ὅδον
ἁ
δει-
λαιότατα
προβαίνω
.
Ἄδμητος
οἰκτρὰν
φίλοισιν
,
ἐκ
δὲ
τῶν
μάλιστ’
ἐμοὶ
καὶ
παισίν
,
οἷς
δὴ
πένθος
ἐν
κοινῷ
τόδε
.
265
οἰκτρὰν
φίλοισιν
,
ἐκ
δὲ
τῶν
μάλιστ’
ἐμοὶ
καὶ
παισίν
,
οἷς
δὴ
πένθος
ἐν
κοινῷ
τόδε
.
265
ep.
Ἄλκηστις
μέθετε
μέθετέ
μ’
ἤδη
.
κλίνατʼ
,
οὐ
σθένω
ποσίν
·
πλησίον
Ἅιδας
.
σκοτία
δ’
ἐπ’
ὄσσοισι
νὺξ
ἐφέρπει
.
τέκνα
,
τέκνʼ
,
οὐκέτι
δὴ
270
οὐκέτι
μάτηρ
σφῷν
ἔστιν
.
χαίροντες
,
ὦ
τέκνα
,
τόδε
φάος
ὁρῷτον
.
μέθετε
μέθετέ
μ’
ἤδη
.
κλίνατʼ
,
οὐ
σθένω
ποσίν
·
πλησίον
Ἅιδας
.
σκοτία
δ’
ἐπ’
ὄσσοισι
νὺξ
ἐφέρπει
.
τέκνα
,
τέκνʼ
,
οὐκέτι
δὴ
270
οὐκέτι
μάτηρ
σφῷν
ἔστιν
.
χαίροντες
,
ὦ
τέκνα
,
τόδε
φάος
ὁρῷτον
.
Ἄδμητος
οἴμοι
·
τόδ’
ἔπος
λυπρὸν
ἀκούω
καὶ
παντὸς
ἐμοὶ
θανάτου
μεῖζον
.
μὴ
πρός
σε
θεῶν
τλῇς
με
προδοῦναι
,
275
μὴ
πρὸς
παίδων
οὓς
ὀρφανιεῖς
,
ἀλλ’
ἄνα
,
τόλμα
·
σοῦ
γὰρ
φθιμένης
οὐκέτ’
ἂν
εἴην
·
ἐν
σοὶ
δ’
ἐσμὲν
καὶ
ζῆν
καὶ
μή
·
σὴν
γὰρ
φιλίαν
σεβόμεσθα
.
οἴμοι
·
τόδ’
ἔπος
λυπρὸν
ἀκούω
καὶ
παντὸς
ἐμοὶ
θανάτου
μεῖζον
.
μὴ
πρός
σε
θεῶν
τλῇς
με
προδοῦναι
,
275
μὴ
πρὸς
παίδων
οὓς
ὀρφανιεῖς
,
ἀλλ’
ἄνα
,
τόλμα
·
σοῦ
γὰρ
φθιμένης
οὐκέτ’
ἂν
εἴην
·
ἐν
σοὶ
δ’
ἐσμὲν
καὶ
ζῆν
καὶ
μή
·
σὴν
γὰρ
φιλίαν
σεβόμεσθα
.
Alcestis. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.