Ἡρακλῆς
ξένοι
,
Φεραίας
τῆσδε
κωμῆται
χθονός
,
Ἄδμητον
ἐν
δόμοισιν
ἆρα
κιγχάνω
;
ξένοι
,
Φεραίας
τῆσδε
κωμῆται
χθονός
,
Ἄδμητον
ἐν
δόμοισιν
ἆρα
κιγχάνω
;
Χορός
ἔστ’
ἐν
δόμοισι
παῖς
Φέρητος
,
Ἡράκλεις
.
ἀλλ’
εἰπὲ
χρεία
τίς
σε
Θεσσαλῶν
χθόνα
πέμπει
,
Φεραῖον
ἄστυ
προσβῆναι
τόδε
.
480
ἔστ’
ἐν
δόμοισι
παῖς
Φέρητος
,
Ἡράκλεις
.
ἀλλ’
εἰπὲ
χρεία
τίς
σε
Θεσσαλῶν
χθόνα
πέμπει
,
Φεραῖον
ἄστυ
προσβῆναι
τόδε
.
480
Ἡρακλῆς
Τιρυνθίῳ
πράσσω
τιν’
Εὐρυσθεῖ
πόνον
.
Τιρυνθίῳ
πράσσω
τιν’
Εὐρυσθεῖ
πόνον
.
Χορός
καὶ
ποῖ
πορεύῃ
;
τῷ
προσέζευξαι
πλάνῳ
;
καὶ
ποῖ
πορεύῃ
;
τῷ
προσέζευξαι
πλάνῳ
;
Ἡρακλῆς
Θρῃκὸς
τέτρωρον
ἅρμα
Διομήδους
μέτα
.
Θρῃκὸς
τέτρωρον
ἅρμα
Διομήδους
μέτα
.
Χορός
πῶς
οὖν
δυνήσῃ
;
μῶν
ἄπειρος
εἶ
ξένου
;
πῶς
οὖν
δυνήσῃ
;
μῶν
ἄπειρος
εἶ
ξένου
;
Ἡρακλῆς
ἄπειρος
·
οὔπω
Βιστόνων
ἦλθον
χθόνα
.
485
ἄπειρος
·
οὔπω
Βιστόνων
ἦλθον
χθόνα
.
485
Χορός
οὐκ
ἔστιν
ἵππων
δεσπόσαι
σ’
ἄνευ
μάχης
.
οὐκ
ἔστιν
ἵππων
δεσπόσαι
σ’
ἄνευ
μάχης
.
Ἡρακλῆς
ἀλλ’
οὐδ’
ἀπειπεῖν
μὴν
πόνους
οἷόν
τ’
ἐμοί
.
ἀλλ’
οὐδ’
ἀπειπεῖν
μὴν
πόνους
οἷόν
τ’
ἐμοί
.
Χορός
κτανὼν
ἄρ’
ἥξεις
ἢ
θανὼν
αὐτοῦ
μενεῖς
.
κτανὼν
ἄρ’
ἥξεις
ἢ
θανὼν
αὐτοῦ
μενεῖς
.
Ἡρακλῆς
οὐ
τόνδ’
ἀγῶνα
πρῶτον
ἂν
δράμοιμ’
ἐγώ
.
οὐ
τόνδ’
ἀγῶνα
πρῶτον
ἂν
δράμοιμ’
ἐγώ
.
Χορός
τί
δ’
ἂν
κρατήσας
δεσπότην
πλέον
λάβοις
;
490
τί
δ’
ἂν
κρατήσας
δεσπότην
πλέον
λάβοις
;
490
Ἡρακλῆς
πώλους
ἀπάξω
κοιράνῳ
Τιρυνθίῳ
.
πώλους
ἀπάξω
κοιράνῳ
Τιρυνθίῳ
.
Χορός
οὐκ
εὐμαρὲς
χαλινὸν
ἐμβαλεῖν
γνάθοις
.
οὐκ
εὐμαρὲς
χαλινὸν
ἐμβαλεῖν
γνάθοις
.
Ἡρακλῆς
εἰ
μή
γε
πῦρ
πνέουσι
μυκτήρων
ἄπο
.
εἰ
μή
γε
πῦρ
πνέουσι
μυκτήρων
ἄπο
.
Χορός
ἀλλ’
ἄνδρας
ἀρταμοῦσι
λαιψηραῖς
γνάθοις
.
ἀλλ’
ἄνδρας
ἀρταμοῦσι
λαιψηραῖς
γνάθοις
.
Ἡρακλῆς
θηρῶν
ὀρείων
χόρτον
,
οὐχ
ἵππων
,
λέγεις
.
495
θηρῶν
ὀρείων
χόρτον
,
οὐχ
ἵππων
,
λέγεις
.
495
Χορός
φάτνας
ἴδοις
ἂν
αἵμασιν
πεφυρμένας
.
φάτνας
ἴδοις
ἂν
αἵμασιν
πεφυρμένας
.
Ἡρακλῆς
τίνος
δ’
ὁ
θρέψας
παῖς
πατρὸς
κομπάζεται
;
τίνος
δ’
ὁ
θρέψας
παῖς
πατρὸς
κομπάζεται
;
Χορός
Ἄρεος
,
ζαχρύσου
Θρῃκίας
πέλτης
ἄναξ
.
Ἄρεος
,
ζαχρύσου
Θρῃκίας
πέλτης
ἄναξ
.
Ἡρακλῆς
καὶ
τόνδε
τοὐμοῦ
δαίμονος
πόνον
λέγεις
·
σκληρὸς
γὰρ
αἰεὶ
καὶ
πρὸς
αἶπος
ἔρχεται
·
500
εἰ
χρή
με
παισὶν
οἷς
Ἄρης
ἐγείνατο
μάχην
συνάψαι
,
πρῶτα
μὲν
Λυκάονι
,
αὖθις
δὲ
Κύκνῳ
,
τόνδε
δ’
ἔρχομαι
τρίτον
ἀγῶνα
πώλοις
δεσπότῃ
τε
συμβαλῶν
.
ἀλλ’
οὔτις
ἔστιν
ὃς
τὸν
Ἀλκμήνης
γόνον
505
τρέσαντα
χεῖρα
πολεμίαν
ποτ’
ὄψεται
.
καὶ
τόνδε
τοὐμοῦ
δαίμονος
πόνον
λέγεις
·
σκληρὸς
γὰρ
αἰεὶ
καὶ
πρὸς
αἶπος
ἔρχεται
·
500
εἰ
χρή
με
παισὶν
οἷς
Ἄρης
ἐγείνατο
μάχην
συνάψαι
,
πρῶτα
μὲν
Λυκάονι
,
αὖθις
δὲ
Κύκνῳ
,
τόνδε
δ’
ἔρχομαι
τρίτον
ἀγῶνα
πώλοις
δεσπότῃ
τε
συμβαλῶν
.
ἀλλ’
οὔτις
ἔστιν
ὃς
τὸν
Ἀλκμήνης
γόνον
505
τρέσαντα
χεῖρα
πολεμίαν
ποτ’
ὄψεται
.
Χορός
καὶ
μὴν
ὅδ’
αὐτὸς
τῆσδε
κοίρανος
χθονὸς
Ἄδμητος
ἔξω
δωμάτων
πορεύεται
.
καὶ
μὴν
ὅδ’
αὐτὸς
τῆσδε
κοίρανος
χθονὸς
Ἄδμητος
ἔξω
δωμάτων
πορεύεται
.
Ἄδμητος
χαῖρʼ
,
ὦ
Διὸς
παῖ
Περσέως
τ’
ἀφ’
αἵματος
.
χαῖρʼ
,
ὦ
Διὸς
παῖ
Περσέως
τ’
ἀφ’
αἵματος
.
Ἡρακλῆς
Ἄδμητε
,
καὶ
σὺ
χαῖρε
,
Θεσσαλῶν
ἄναξ
.
510
Ἄδμητε
,
καὶ
σὺ
χαῖρε
,
Θεσσαλῶν
ἄναξ
.
510
Ἄδμητος
θέλοιμ’
ἄν
·
εὔνουν
δ’
ὄντα
σ’
ἐξεπίσταμαι
.
θέλοιμ’
ἄν
·
εὔνουν
δ’
ὄντα
σ’
ἐξεπίσταμαι
.
Ἡρακλῆς
τί
χρῆμα
κουρᾷ
τῇδε
πενθίμῳ
πρέπεις
;
τί
χρῆμα
κουρᾷ
τῇδε
πενθίμῳ
πρέπεις
;
Ἄδμητος
θάπτειν
τιν’
ἐν
τῇδ’
ἡμέρᾳ
μέλλω
νεκρόν
.
θάπτειν
τιν’
ἐν
τῇδ’
ἡμέρᾳ
μέλλω
νεκρόν
.
Ἡρακλῆς
ἀπ’
οὖν
τέκνων
σῶν
πημονὴν
εἴργοι
θεός
.
ἀπ’
οὖν
τέκνων
σῶν
πημονὴν
εἴργοι
θεός
.
Ἄδμητος
ζῶσιν
κατ’
οἴκους
παῖδες
οὓς
ἔφυσ’
ἐγώ
.
515
ζῶσιν
κατ’
οἴκους
παῖδες
οὓς
ἔφυσ’
ἐγώ
.
515
Ἡρακλῆς
πατήρ
γε
μὴν
ὡραῖος
,
εἴπερ
οἴχεται
.
πατήρ
γε
μὴν
ὡραῖος
,
εἴπερ
οἴχεται
.
Ἄδμητος
κἀκεῖνος
ἔστι
χἡ
τεκοῦσά
μʼ
,
Ἡράκλεις
.
κἀκεῖνος
ἔστι
χἡ
τεκοῦσά
μʼ
,
Ἡράκλεις
.
Ἡρακλῆς
οὐ
μὴν
γυνή
γ’
ὄλωλεν
Ἄλκηστις
σέθεν
;
οὐ
μὴν
γυνή
γ’
ὄλωλεν
Ἄλκηστις
σέθεν
;
Ἄδμητος
διπλοῦς
ἐπ’
αὐτῇ
μῦθος
ἔστι
μοι
λέγειν
.
διπλοῦς
ἐπ’
αὐτῇ
μῦθος
ἔστι
μοι
λέγειν
.
Ἡρακλῆς
πότερα
θανούσης
εἶπας
ἢ
ζώσης
ἔτι
;
520
πότερα
θανούσης
εἶπας
ἢ
ζώσης
ἔτι
;
520
Ἄδμητος
ἔστιν
τε
κοὐκέτ’
ἔστιν
,
ἀλγύνει
δ’
ἐμέ
.
ἔστιν
τε
κοὐκέτ’
ἔστιν
,
ἀλγύνει
δ’
ἐμέ
.
Ἡρακλῆς
οὐδέν
τι
μᾶλλον
οἶδʼ
·
ἄσημα
γὰρ
λέγεις
.
οὐδέν
τι
μᾶλλον
οἶδʼ
·
ἄσημα
γὰρ
λέγεις
.
Ἄδμητος
οὐκ
οἶσθα
μοίρας
ἧς
τυχεῖν
αὐτὴν
χρεών
;
οὐκ
οἶσθα
μοίρας
ἧς
τυχεῖν
αὐτὴν
χρεών
;
Ἡρακλῆς
οἶδʼ
,
ἀντὶ
σοῦ
γε
κατθανεῖν
ὑφειμένην
.
οἶδʼ
,
ἀντὶ
σοῦ
γε
κατθανεῖν
ὑφειμένην
.
Ἄδμητος
πῶς
οὖν
ἔτ’
ἔστιν
,
εἴπερ
ᾔνεσεν
τάδε
;
525
πῶς
οὖν
ἔτ’
ἔστιν
,
εἴπερ
ᾔνεσεν
τάδε
;
525
Ἡρακλῆς
ἆ
,
μὴ
πρόκλαι’
ἄκοιτιν
,
ἐς
τότ’
ἀμβαλοῦ
.
ἆ
,
μὴ
πρόκλαι’
ἄκοιτιν
,
ἐς
τότ’
ἀμβαλοῦ
.
Ἄδμητος
τέθνηχ’
ὁ
μέλλων
,
κοὐκέτ’
ἔσθ’
ὁ
κατθανών
.
τέθνηχ’
ὁ
μέλλων
,
κοὐκέτ’
ἔσθ’
ὁ
κατθανών
.
Ἡρακλῆς
χωρὶς
τό
τ’
εἶναι
καὶ
τὸ
μὴ
νομίζεται
.
χωρὶς
τό
τ’
εἶναι
καὶ
τὸ
μὴ
νομίζεται
.
Ἄδμητος
σὺ
τῇδε
κρίνεις
,
Ἡράκλεις
,
κείνῃ
δ’
ἐγώ
.
σὺ
τῇδε
κρίνεις
,
Ἡράκλεις
,
κείνῃ
δ’
ἐγώ
.
Ἡρακλῆς
τί
δῆτα
κλαίεις
;
τίς
φίλων
ὁ
κατθανών
;
530
τί
δῆτα
κλαίεις
;
τίς
φίλων
ὁ
κατθανών
;
530
Ἄδμητος
γυνή
·
γυναικὸς
ἀρτίως
μεμνήμεθα
.
γυνή
·
γυναικὸς
ἀρτίως
μεμνήμεθα
.
Ἡρακλῆς
ὀθνεῖος
ἢ
σοὶ
συγγενὴς
γεγῶσά
τις
;
ὀθνεῖος
ἢ
σοὶ
συγγενὴς
γεγῶσά
τις
;
Ἄδμητος
ὀθνεῖος
,
ἄλλως
δ’
ἦν
ἀναγκαία
δόμοις
.
ὀθνεῖος
,
ἄλλως
δ’
ἦν
ἀναγκαία
δόμοις
.
Ἡρακλῆς
πῶς
οὖν
ἐν
οἴκοις
σοῖσιν
ὤλεσεν
βίον
;
πῶς
οὖν
ἐν
οἴκοις
σοῖσιν
ὤλεσεν
βίον
;
Ἄδμητος
πατρὸς
θανόντος
ἐνθάδ’
ὠρφανεύετο
.
535
πατρὸς
θανόντος
ἐνθάδ’
ὠρφανεύετο
.
535
Ἡρακλῆς
φεῦ
.
εἴθ’
ηὕρομέν
σʼ
,
Ἄδμητε
,
μὴ
λυπούμενον
.
φεῦ
.
εἴθ’
ηὕρομέν
σʼ
,
Ἄδμητε
,
μὴ
λυπούμενον
.
Ἄδμητος
ὡς
δὴ
τί
δράσων
τόνδ’
ὑπορράπτεις
λόγον
;
ὡς
δὴ
τί
δράσων
τόνδ’
ὑπορράπτεις
λόγον
;
Ἡρακλῆς
ξένων
πρὸς
ἄλλων
ἑστίαν
πορεύσομαι
.
ξένων
πρὸς
ἄλλων
ἑστίαν
πορεύσομαι
.
Ἄδμητος
οὐκ
ἔστιν
,
ὦναξ
·
μὴ
τοσόνδ’
ἔλθοι
κακόν
.
οὐκ
ἔστιν
,
ὦναξ
·
μὴ
τοσόνδ’
ἔλθοι
κακόν
.
Ἡρακλῆς
λυπουμένοις
ὀχληρός
,
εἰ
μόλοι
,
ξένος
.
540
λυπουμένοις
ὀχληρός
,
εἰ
μόλοι
,
ξένος
.
540
Ἄδμητος
τεθνᾶσιν
οἱ
θανόντες
·
ἀλλ’
ἴθ’
ἐς
δόμους
.
τεθνᾶσιν
οἱ
θανόντες
·
ἀλλ’
ἴθ’
ἐς
δόμους
.
Ἡρακλῆς
αἰσχρὸν
παρὰ
κλαίουσι
θοινᾶσθαι
ξένους
.
αἰσχρὸν
παρὰ
κλαίουσι
θοινᾶσθαι
ξένους
.
Ἄδμητος
χωρὶς
ξενῶνές
εἰσιν
οἷ
σ’
ἐσάξομεν
.
χωρὶς
ξενῶνές
εἰσιν
οἷ
σ’
ἐσάξομεν
.
Ἡρακλῆς
μέθες
με
,
καί
σοι
μυρίαν
ἕξω
χάριν
.
μέθες
με
,
καί
σοι
μυρίαν
ἕξω
χάριν
.
Ἄδμητος
οὐκ
ἔστιν
ἄλλου
σ’
ἀνδρὸς
ἑστίαν
μολεῖν
.
545
ἡγοῦ
σὺ
τῷδε
δωμάτων
ἐξωπίους
ξενῶνας
οἴξας
,
τοῖς
τ’
ἐφεστῶσιν
φράσον
σίτων
παρεῖναι
πλῆθος
·
εὖ
δὲ
κλῄσατε
θύρας
μεσαύλους
·
οὐ
πρέπει
θοινωμένους
κλύειν
στεναγμῶν
οὐδὲ
λυπεῖσθαι
ξένους
.
550
οὐκ
ἔστιν
ἄλλου
σ’
ἀνδρὸς
ἑστίαν
μολεῖν
.
545
ἡγοῦ
σὺ
τῷδε
δωμάτων
ἐξωπίους
ξενῶνας
οἴξας
,
τοῖς
τ’
ἐφεστῶσιν
φράσον
σίτων
παρεῖναι
πλῆθος
·
εὖ
δὲ
κλῄσατε
θύρας
μεσαύλους
·
οὐ
πρέπει
θοινωμένους
κλύειν
στεναγμῶν
οὐδὲ
λυπεῖσθαι
ξένους
.
550
Χορός
τί
δρᾷς
;
τοιαύτης
συμφορᾶς
προκειμένης
,
Ἄδμητε
,
τολμᾷς
ξενοδοκεῖν
;
τί
μῶρος
εἶ
;
τί
δρᾷς
;
τοιαύτης
συμφορᾶς
προκειμένης
,
Ἄδμητε
,
τολμᾷς
ξενοδοκεῖν
;
τί
μῶρος
εἶ
;
Ἄδμητος
ἀλλ’
εἰ
δόμων
σφε
καὶ
πόλεως
ἀπήλασα
ξένον
μολόντα
,
μᾶλλον
ἄν
μ’
ἐπῄνεσας
;
οὐ
δῆτʼ
,
ἐπεί
μοι
συμφορὰ
μὲν
οὐδὲν
ἂν
555
μείων
ἐγίγνετʼ
,
ἀξενώτερος
δ’
ἐγώ
.
καὶ
πρὸς
κακοῖσιν
ἄλλο
τοῦτ’
ἂν
ἦν
κακόν
,
δόμους
καλεῖσθαι
τοὺς
ἐμοὺς
ἐχθροξένους
.
αὐτὸς
δ’
ἀρίστου
τοῦδε
τυγχάνω
ξένου
,
ὅταν
ποτ’
Ἄργους
διψίαν
ἔλθω
χθόνα
.
560
ἀλλ’
εἰ
δόμων
σφε
καὶ
πόλεως
ἀπήλασα
ξένον
μολόντα
,
μᾶλλον
ἄν
μ’
ἐπῄνεσας
;
οὐ
δῆτʼ
,
ἐπεί
μοι
συμφορὰ
μὲν
οὐδὲν
ἂν
555
μείων
ἐγίγνετʼ
,
ἀξενώτερος
δ’
ἐγώ
.
καὶ
πρὸς
κακοῖσιν
ἄλλο
τοῦτ’
ἂν
ἦν
κακόν
,
δόμους
καλεῖσθαι
τοὺς
ἐμοὺς
ἐχθροξένους
.
αὐτὸς
δ’
ἀρίστου
τοῦδε
τυγχάνω
ξένου
,
ὅταν
ποτ’
Ἄργους
διψίαν
ἔλθω
χθόνα
.
560
Χορός
πῶς
οὖν
ἔκρυπτες
τὸν
παρόντα
δαίμονα
,
φίλου
μολόντος
ἀνδρός
,
ὡς
αὐτὸς
λέγεις
;
πῶς
οὖν
ἔκρυπτες
τὸν
παρόντα
δαίμονα
,
φίλου
μολόντος
ἀνδρός
,
ὡς
αὐτὸς
λέγεις
;
Ἄδμητος
οὐκ
ἄν
ποτ’
ἠθέλησεν
εἰσελθεῖν
δόμους
,
εἰ
τῶν
ἐμῶν
τι
πημάτων
ἐγνώρισε
.
καὶ
τῷ
μέν
,
οἶμαι
,
δρῶν
τάδ’
οὐ
φρονεῖν
δοκῶ
,
565
οὐδ’
αἰνέσει
με
·
τἀμὰ
δ’
οὐκ
ἐπίσταται
μέλαθρ’
ἀπωθεῖν
οὐδ’
ἀτιμάζειν
ξένους
.
οὐκ
ἄν
ποτ’
ἠθέλησεν
εἰσελθεῖν
δόμους
,
εἰ
τῶν
ἐμῶν
τι
πημάτων
ἐγνώρισε
.
καὶ
τῷ
μέν
,
οἶμαι
,
δρῶν
τάδ’
οὐ
φρονεῖν
δοκῶ
,
565
οὐδ’
αἰνέσει
με
·
τἀμὰ
δ’
οὐκ
ἐπίσταται
μέλαθρ’
ἀπωθεῖν
οὐδ’
ἀτιμάζειν
ξένους
.
Alcestis. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.