str.
1
Χορός
ὦ
Πελίου
θύγατερ
,
435
χαίρουσά
μοι
εἰν
Ἀίδαο
δόμοις
τὸν
ἀνάλιον
οἶκον
οἰκετεύοις
.
ἴστω
δ’
Ἀίδας
ὁ
μελαγχαίτας
θεὸς
ὅς
τ’
ἐπὶ
κώπᾳ
πηδαλίῳ
τε
γέρων
440
νεκροπομπὸς
ἵζει
,
πολὺ
δὴ
πολὺ
δὴ
γυναῖκ’
ἀρίσταν
λίμναν
Ἀχεροντίαν
πορεύ-
σας
ἐλάτᾳ
δικώπῳ
.
ὦ
Πελίου
θύγατερ
,
435
χαίρουσά
μοι
εἰν
Ἀίδαο
δόμοις
τὸν
ἀνάλιον
οἶκον
οἰκετεύοις
.
ἴστω
δ’
Ἀίδας
ὁ
μελαγχαίτας
θεὸς
ὅς
τ’
ἐπὶ
κώπᾳ
πηδαλίῳ
τε
γέρων
440
νεκροπομπὸς
ἵζει
,
πολὺ
δὴ
πολὺ
δὴ
γυναῖκ’
ἀρίσταν
λίμναν
Ἀχεροντίαν
πορεύ-
σας
ἐλάτᾳ
δικώπῳ
.
ant.
1
Χορός
πολλά
σε
μουσοπόλοι
445
μέλψουσι
καθ’
ἑπτάτονόν
τ’
ὀρείαν
χέλυν
ἔν
τ’
ἀλύροις
κλέοντες
ὕμνοις
,
Σπάρτᾳ
κύκλος
ἁνίκα
Καρνείου
περινίσσεται
ὥρας
μηνός
,
ἀειρομένας
450
παννύχου
σελάνας
,
λιπαραῖσί
τ’
ἐν
ὀλβίαις
Ἀθάναις
.
τοίαν
ἔλιπες
θανοῦσα
μολ-
πὰν
μελέων
ἀοιδοῖς
.
πολλά
σε
μουσοπόλοι
445
μέλψουσι
καθ’
ἑπτάτονόν
τ’
ὀρείαν
χέλυν
ἔν
τ’
ἀλύροις
κλέοντες
ὕμνοις
,
Σπάρτᾳ
κύκλος
ἁνίκα
Καρνείου
περινίσσεται
ὥρας
μηνός
,
ἀειρομένας
450
παννύχου
σελάνας
,
λιπαραῖσί
τ’
ἐν
ὀλβίαις
Ἀθάναις
.
τοίαν
ἔλιπες
θανοῦσα
μολ-
πὰν
μελέων
ἀοιδοῖς
.
str.
2
Χορός
εἴθ’
ἐπ’
ἐμοὶ
μὲν
εἴη
,
455
δυναίμαν
δέ
σε
πέμψαι
φάος
ἐξ
Ἀίδα
τεράμνων
καὶ
Κωκυτοῖο
ῥεέθρων
ποταμίᾳ
νερτέρᾳ
τε
κώπᾳ
.
σὺ
γὰρ
ὤ
,
μόνα
,
ὦ
φίλα
γυναικῶν
,
460
σὺ
τὸν
αὑτᾶς
ἔτλας
πόσιν
ἀντὶ
σᾶς
ἀμεῖψαι
ψυχᾶς
ἐξ
Ἅιδα
.
κούφα
σοι
χθὼν
ἐπάνωθε
πέσοι
,
γύναι
.
εἰ
δέ
τι
καινὸν
ἕλοιτο
πόσις
λέχος
,
ἦ
μάλ’
ἂν
ἔμοιγ’
ἂν
εἴη
στυγηθεὶς
τέκνοις
τε
τοῖς
σοῖς
.
465
εἴθ’
ἐπ’
ἐμοὶ
μὲν
εἴη
,
455
δυναίμαν
δέ
σε
πέμψαι
φάος
ἐξ
Ἀίδα
τεράμνων
καὶ
Κωκυτοῖο
ῥεέθρων
ποταμίᾳ
νερτέρᾳ
τε
κώπᾳ
.
σὺ
γὰρ
ὤ
,
μόνα
,
ὦ
φίλα
γυναικῶν
,
460
σὺ
τὸν
αὑτᾶς
ἔτλας
πόσιν
ἀντὶ
σᾶς
ἀμεῖψαι
ψυχᾶς
ἐξ
Ἅιδα
.
κούφα
σοι
χθὼν
ἐπάνωθε
πέσοι
,
γύναι
.
εἰ
δέ
τι
καινὸν
ἕλοιτο
πόσις
λέχος
,
ἦ
μάλ’
ἂν
ἔμοιγ’
ἂν
εἴη
στυγηθεὶς
τέκνοις
τε
τοῖς
σοῖς
.
465
ant.
2
Χορός
ματέρος
οὐ
θελούσας
πρὸ
παιδὸς
χθονὶ
κρύψαι
δέμας
,
οὐδὲ
πατρὸς
γεραιοῦ
,
ὃν
ἔτεκον
δʼ
,
οὐκ
ἔτλαν
ῥύεσθαι
,
σχετλίω
,
πολιὰν
ἔχοντε
χαίταν
.
470
σὺ
δ’
ἐν
ἥβᾳ
νέᾳ
προθανοῦσα
φωτὸς
οἴχῃ
.
τοιαύτας
εἴη
μοι
κῦρσαι
συνδυάδος
φιλίας
ἀλόχου
·
τοῦτο
γὰρ
ἐν
βιότῳ
σπάνιον
μέρος
·
ἦ
γὰρ
ἂν
ἔμοιγ’
ἄλυπος
δι’
αἰῶνος
ἂν
ξυνείη
.
475
ματέρος
οὐ
θελούσας
πρὸ
παιδὸς
χθονὶ
κρύψαι
δέμας
,
οὐδὲ
πατρὸς
γεραιοῦ
,
ὃν
ἔτεκον
δʼ
,
οὐκ
ἔτλαν
ῥύεσθαι
,
σχετλίω
,
πολιὰν
ἔχοντε
χαίταν
.
470
σὺ
δ’
ἐν
ἥβᾳ
νέᾳ
προθανοῦσα
φωτὸς
οἴχῃ
.
τοιαύτας
εἴη
μοι
κῦρσαι
συνδυάδος
φιλίας
ἀλόχου
·
τοῦτο
γὰρ
ἐν
βιότῳ
σπάνιον
μέρος
·
ἦ
γὰρ
ἂν
ἔμοιγ’
ἄλυπος
δι’
αἰῶνος
ἂν
ξυνείη
.
475
Alcestis. Euripides. Gilbert Murray. Oxford. 1902.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.