τῆς τε πόλεως ὑμᾶς εἰκὸς τῷ τιμωμένῳ ἀπὸ τοῦ ἄρχειν , ᾧπερ ἅπαντες ἀγάλλεσθε , βοηθεῖν , καὶ μὴ φεύγειν τοὺς πόνους ἢ μηδὲ τὰς τιμὰς διώκειν · μηδὲ νομίσαι περὶ ἑνὸς μόνου , δουλείας ἀντ’ ἐλευθερίας , ἀγωνίζεσθαι , ἀλλὰ καὶ ἀρχῆς στερήσεως καὶ κινδύνου ὧν ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπήχθεσθε . ἧς
οὐδ’ ἐκστῆναι ἔτι ὑμῖν ἔστιν , εἴ τις καὶ τόδε ἐν τῷ παρόντι δεδιὼς ἀπραγμοσύνῃ ἀνδραγαθίζεται · ὡς τυραννίδα γὰρ ἤδη ἔχετε αὐτήν , ἣν λαβεῖν μὲν ἄδικον δοκεῖ εἶναι , ἀφεῖναι δὲ ἐπικίνδυνον . τάχιστ’
ἄν τε πόλιν οἱ τοιοῦτοι ἑτέρους τε πείσαντες ἀπολέσειαν καὶ εἴ που ἐπὶ σφῶν αὐτῶν αὐτόνομοι οἰκήσειαν · τὸ γὰρ ἄπραγμον οὐ σῴζεται μὴ μετὰ τοῦ δραστηρίου τεταγμένον , οὐδὲ ἐν ἀρχούσῃ πόλει ξυμφέρει , ἀλλ’ ἐν ὑπηκόῳ , ἀσφαλῶς δουλεύειν .
Historiae. Thucydides. Henry Stuart Jones. Oxford. 1910.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.