ὁ μὲν τοσαῦτα εἰπὼν οὐκ ἔπειθε τὸν Ἀλκίδαν . ἄλλοι δέ τινες τῶν ἀπ’ Ἰωνίας φυγάδων καὶ οἱ Λέσβιοι 〈οἱ〉 ξυμπλέοντες παρῄνουν , ἐπειδὴ τοῦτον τὸν κίνδυνον φοβεῖται , τῶν ἐν Ἰωνίᾳ πόλεων καταλαβεῖν τινὰ ἢ Κύμην τὴν Αἰολίδα , ὅπως ἐκ πόλεως ὁρμώμενοι τὴν Ἰωνίαν ἀποστήσωσιν ( ἐλπίδα δ’ εἶναι · οὐδενὶ γὰρ ἀκουσίως ἀφῖχθαι ) καὶ τὴν πρόσοδον ταύτην μεγίστην οὖσαν Ἀθηναίων [ἢν] ὑφέλωσι , καὶ ἅμα , ἢν ἐφορμῶσι σφίσιν , αὐτοῖς δαπάνη γίγνηται · πείσειν τε οἴεσθαι καὶ Πισσούθνην ὥστε ξυμπολεμεῖν .
ὁ δὲ οὐδὲ ταῦτα ἐνεδέχετο , ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῆς γνώμης εἶχεν , ἐπειδὴ τῆς Μυτιλήνης ὑστερήκει , ὅτι τάχιστα τῇ Πελοποννήσῳ πάλιν προσμεῖξαι .
Historiae. Thucydides. Henry Stuart Jones. Oxford. 1910.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.