ὡς δὲ οὐκ ἔπειθεν οὔτε τοὺς στρατηγοὺς οὔτε τοὺς στρατιώτας , ὕστερον καὶ τοῖς ταξιάρχοις κοινώσας , ἡσύχαζεν ὑπὸ ἀπλοίας , μέχρι αὐτοῖς τοῖς στρατιώταις σχολάζουσιν ὁρμὴ ἐνέπεσε περιστᾶσιν ἐκτειχίσαι τὸ χωρίον . καὶ
ἐγχειρήσαντες εἰργάζοντο , σιδήρια μὲν λιθουργὰ οὐκ ἔχοντες , λογάδην δὲ φέροντες λίθους , καὶ ξυνετίθεσαν ὡς ἕκαστόν τι ξυμβαίνοι · καὶ τὸν πηλόν , εἴ που δέοι χρῆσθαι , ἀγγείων ἀπορίᾳ ἐπὶ τοῦ νώτου ἔφερον , ἐγκεκυφότες τε , ὡς μάλιστα μέλλοι ἐπιμένειν , καὶ τὼ χεῖρε ἐς τοὐπίσω ξυμπλέκοντες , ὅπως μὴ ἀποπίπτοι . παντί
τε τρόπῳ ἠπείγοντο φθῆναι τοὺς Λακεδαιμονίους τὰ ἐπιμαχώτατα ἐξεργασάμενοι πρὶν ἐπιβοηθῆσαι · τὸ γὰρ πλέον τοῦ χωρίου αὐτὸ καρτερὸν ὑπῆρχε καὶ οὐδὲν ἔδει τείχους .
Historiae. Thucydides. Henry Stuart Jones. Oxford. 1910.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.