ὁπλίτας τε οὖν πολλούς μοι δοκεῖ χρῆναι ἡμᾶς ἄγειν καὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ξυμμάχων , τῶν τε ὑπηκόων καὶ ἤν τινα ἐκ Πελοποννήσου δυνώμεθα ἢ πεῖσαι ἢ μισθῷ προσαγαγέσθαι , καὶ τοξότας πολλοὺς καὶ σφενδονήτας , ὅπως πρὸς τὸ ἐκείνων ἱππικὸν ἀντέχωσι , ναυσί τε καὶ πολὺ περιεῖναι , ἵνα καὶ τὰ ἐπιτήδεια ῥᾷον ἐσκομιζώμεθα , τὸν δὲ καὶ αὐτόθεν σῖτον ἐν ὁλκάσι , πυροὺς καὶ πεφρυγμένας κριθάς , ἄγειν , καὶ σιτοποιοὺς ἐκ τῶν μυλώνων πρὸς μέρος ἠναγκασμένους ἐμμίσθους , ἵνα , ἤν που ὑπὸ ἀπλοίας ἀπολαμβανώμεθα , ἔχῃ ἡ στρατιὰ τὰ ἐπιτήδεια (πολλὴ γὰρ οὖσα οὐ πάσης ἔσται πόλεως ὑποδέξασθαι) , τά τε ἄλλα ὅσον δυνατὸν ἑτοιμάσασθαι , καὶ μὴ ἐπὶ ἑτέροις γίγνεσθαι , μάλιστα δὲ χρήματα αὐτόθεν ὡς πλεῖστα ἔχειν . τὰ δὲ παρ’ Ἐγεσταίων , ἃ λέγεται ἐκεῖ ἑτοῖμα , νομίσατε καὶ λόγῳ ἂν μάλιστα ἑτοῖμα εἶναι .
Historiae. Thucydides. Henry Stuart Jones. Oxford. 1910.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.