εἰπεῖν μοι πρὸς βασιλέα , Μαρδόνιε , ὡς ἐγὼ τάδε λέγω , οὔτε κακίστη γενομένη ἐν τῇσι ναυμαχίῃσι τῇσι πρὸς Εὐβοίῃ οὔτε ἐλάχιστα ἀποδεξαμένη . δέσποτα , τὴν δὲ ἐοῦσαν γνώμην με δίκαιον ἐστὶ ἀποδείκνυσθαι , τὰ τυγχάνω φρονέουσα ἄριστα ἐς πρήγματα τὰ σά . καὶ τοι τάδε λέγω , φείδεο τῶν νεῶν μηδὲ ναυμαχίην ποιέο . οἱ γὰρ ἄνδρες τῶν σῶν ἀνδρῶν κρέσσονες τοσοῦτο εἰσὶ κατὰ θάλασσαν ὅσον ἄνδρες γυναικῶν .
τί δὲ πάντως δέει σε ναυμαχίῃσι ἀνακινδυνεύειν ; οὐκ ἔχεις μὲν τὰς Ἀθήνας , τῶν περ εἵνεκα ὁρμήθης στρατεύεσθαι , ἔχεις δὲ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ; ἐμποδὼν δέ τοι ἵσταται οὐδείς · οἳ δέ τοι ἀντέστησαν , ἀπήλλαξαν οὕτω ὡς κείνους ἔπρεπε .
History. Herodotus. A.D. Godley. Cambridge. 1920-1925.
Tufts University provided support for entering this text.
This text was converted to electronic form by professional data entry and has been proofread to a medium level of accuracy.